Λογοτεχνικό Εργαστήρι

Δυο παιδιά ερωτευμένα δυο παιδιά του καημού (της Έλσας Χίου)

Όταν ο χάρος οσμίζεται σεισμό, κρύβεται πίσω απ’ τους γερασμένους τοίχους.

Μας έτυχε να ζήσουμε την απόλυτη τραγωδία του πιο θλιβερού αποχαιρετισμού, όπου ένα νησί γονάτισε σύσσωμο μπροστά στα αδικοχαμένα του παιδιά. Ποταμοί έρεαν οι δακρυσμένες λέξεις, κυλώντας στα νερά της σεισμικής παλίρροιας . Νοιώσαμε το οδυνηρό τρέμουλο σώματος και ψυχής  ακολουθώντας νοερά το ξόδι  δυο παιδιών , που δεν πρόλαβαν να χαρούν το φως της νιότης τους και τον μαθητικό  έρωτά τους. Κάτω απ’ το βαρύ νέφος της οδύνης  μας, ανακαλώ τον τραγικό  μισεμό τους, μιλώντας ουσιαστικά για τη ζωή. Επειδή η  γλυκύτητα και η τρυφερότητα είναι οι πιο χαρούμενοι άγγελοι που ευαγγελίζονται τον πρωτοφανέρωτο αθάνατο έρωτα στις ψυχές των νέων.

  Ο νεανικός  έρωτας κρύβει την πιο στοργική και βαθιά  φιλία. Είναι το πρώτο συνδετικό αίσθημα  ανάγκης να ενωθούμε ουσιαστικά με τον άλλον, με  κοινό άνοιγμα ψυχής, στην ομορφιά του κόσμου.

  Με  την ευφορία μιας παρόμοιας  αγάπης, όδευαν τα  παιδιά χέρι χέρι  στο δρομάκι της άδικης μοίρας τους, ανυποψίαστα  για την ποίηση  που αγρυπνάει παντού, απαθανατίζοντας  την ομορφιά, την αγάπη, και την  ανατριχίλα του θανάτου.

 « Κοριτσάκι γελαστό. Με τα μάτια τα γεμάτα πουλίσιο φόβο, με τα μάτια τα ζεστά. Με τα μάτια  του ανοιξιάτικου θάμβους. Κοριτσάκι εσύ από φώσφορο και κραυγή. Κοριτσάκι εσύ ωραίο.

 Κοριτσάκι εσύ γλυκό. Εύθραυστο για την παλάμη, κι’ από κληματόβεργα  πουλάκι αρπαγμένο και χαμένο. Με τα ματόκλαδα κλειστά κάτω απ’ του φρυδιού το δρεπανάκι. Κοριτσάκι εσύ γλυκό.

 Κοριτσάκι  εσύ  ονειροπόλο. Θολώνω από κλάματα κι’ εκρήξεις. Κοριτσάκι εσύ της θλίψης. Κοριτσάκι μου αέρινο, με του ζαρκαδιού τη δίψα. Με του χελιδονιού την αψηφιά.

 Κοριτσάκι μου μακρινό και κοντινό. Στις φλέβες μου κυλάς .Κοριτσάκι μου εσύ αγαπημένο.»

 Ο νεανικός έρωτας της νησιωτικής  ζωής αρέσκεται στο αντίκρισμα της θάλασσας και  στο αρμένισμα των καραβιών. Γι’ αυτό κι’ ο θρήνος των μητέρων δεν περιορίζεται στο νεκροταφείο των πικρών κυπαρισσιών. Ο στεναγμός τους πάει μακρύτερα απ’ την κραυγή , ακολουθώντας το αιώνιο πλοίο με τα κατάμαυρα πανιά, που πλέει στον Αχέροντα. Γίνεται μοιρολόγι. Θρηνητικό  μέλος μιας σκοτεινής μοίρας.

« Αγόρι μου, με τα καστανά μαλλάκια σου. Το σεντόνι που σε τυλίγει χαλαρά, είναι υφασμένο από λευκό αφρό της θάλασσας. Και το μαξιλάρι σου χρυσαφένιο κουβάρι από μυρωμένα φύκια.

 Ο Θεός να δροσερέψει τη ψυχή σου, με όλα τα γλυκά χάδια που πήρα από σένα.

 Σπλάχνο μου με το γλυκό  χαμόγελο. Γλάροι είναι τα λευκά κεριά, και Νηρηίδες  οι μοιρολογίστρες σου.

 Ο Θεός ας δροσερέψει την ψυχή σου, με ότι με άγγιξε απ’ τα γλυκά σου λόγια, με ότι μου χάρισε  η αγάπη σου γιέ μου.

 Αγόρι μου με τα καστανά μαλλάκια σου.  Δεν υπάρχει τόπος, που η κραυγή μου δεν θα μπορούσε να σε φτάσει.

 Το μοιρολόγι θρηνεί, κάνοντας διάλογο. Αφηγείται πάνω απ’ το πελιδνό κάλλος  και την απόκοσμη γαλήνη της αγαπημένης μορφής. Η εμπιστοσύνη στην αφθαρσία της ψυχής, και στο απέθαντο  πνεύμα της ανθρώπινης ύπαρξης, πλέκει νήματα  επικοινωνίας, και βεβαιότητες  για τη ζωντανή παρουσία της ψυχής παντού. Το θρόισμα των βημάτων δεν σβήνει. Η φωνή  αντηχεί  αιωρούμενη ολούθε. Το αόρατο λατρεμένο σώμα, ανάερο  κινείται στο χώρο. Είναι μια αίσθηση που συλλαμβάνεται με τη καρδιά. Γιατί μόνο η καρδιά συλλαμβάνει το αόρατο. Η ψυχική ύπαρξη δεν χάνεται. Ζει στο υπερπέραν της  ανεξιχνίαστης  αθανασίας, ως υπερφυσική παρουσία στους κόλπους του  Δημιουργού της. Η αθανασία συνδέεται μυστηριακά με το κάλλος της αιώνιας νιότης  που λάμπει με άλλη διάσταση, στο βασίλειο των ψυχών.

 Τα δικά μας παιδιά  έζησαν  μικρής διάρκειας ζωή. Επίγεια ζωή ζυμωμένη με αγάπη και οικογενειακή  θαλπωρή. Γεμάτη γιορτές και σκόλες. Γεμάτη μικρές περιπλανήσεις στη ζεστασιά, στις μυρωδιές και τα χρώματα του τόπου μας. Έζησαν με κινήματα ψυχής  για τα ωραία τα δημιουργικά  και τα ωφέλιμα που συναντούσαν στις αίθουσες διδασκαλίας, στη παράδοση των βημάτων του χορού που έσερναν μαζί πατώντας πάνω σε αρχαία βήματα. Μαθήτευσαν  στο πνεύμα του ίδιου πολιτισμού που στις τελετουργίες  και τους  μουσικούς ρυθμούς του , στα τραγούδια και τις τραγωδίες του, το ήθος και οι κληρονομημένες αξίες, αποτελούσαν τη πιο ακριβή διδακτέα ύλη.  ‘Άνοιγαν στα χέρια τους σάκες και βιβλία. Άνοιγαν  και τον κυκλικό  χορό, χτυπώντας τα πόδια τους  με την ακαταμάχητη  δίψα για ζωή .Αγκαλιασμένα πάντα, αρπαγμένα σε μια κυματιστή  οροσειρά από μπράτσα που κύκλωναν όλη τη πατρίδα με το δυνατό μέλος της δημοτικής ποίησης.

 Σύμφωνα με  μια λαϊκή  παράδοση, η  γη στηρίζεται σε στύλους που είναι τοποθετημένοι πάνω στη ράχη μιας τεράστιας φάλαινας. Μόλις κουνηθεί το τεράστιο κήτος, σειέται όλη η γη, με φοβερό σεισμό. Μα όταν οι γυναίκες κοσκινίζουν το αλεύρι τους για να φτιάξουν ψωμί, και οι άντρες τσαπίζουν τον κήπο τους για ν’ αποδώσει καρπούς, ο θόρυβος απ’ το κόσκινο και τη τσάπα, τρομάζει τη φάλαινα, που λουφάζει  και παραμένει ακίνητη. Γι’ αυτό οι άνθρωποι πρέπει να εργάζονται καθημερινά για να προλαβαίνουν τον αφανισμό της γης. Η εργασία έχει βαθιά πνευματική υπόσταση. Παρουσιάζεται στο μύθο ως δυνατότητα να σωθεί ο κόσμος απ’ το  σεισμικό γκρέμισμα που απειλεί κατά καιρούς τη ζωή.

Στη δική μας τραγωδία ένας ετοιμόρροπος τοίχος από πέτρα και χώμα, έκρυβε τη θανατική μοίρα των παιδιών μας. Τοίχος λευκός. Ασβεστωμένος. Που τον γλύκαινε στα γεράματά του το ακούμπισμα  των περαστικών, για μια στάση κουβέντας  για ένα ξαπόσταμα. Πέτρα στη πέτρα  ορθώνονταν με τα σαθρά του θεμέλια, αόρατη απειλή. Κι’  ο άνθρωπος που ήταν;  Αγέρηδες βροχές, κούφια θεμέλια. Ο άνθρωπος ο υπεύθυνος που ήταν;  Η θορυβώδης εργασία που θα ξόρκιζε το κακό που ακούστηκε; Πέτρα στη πέτρα και στη βάση παγίδα θανάτου. Ο τοίχος σωριάστηκε με  βάρος βουνού θάβοντας μέσα του τον πιο πολύτιμο θησαυρό της πόλης. Βέβαια η ανυποψία του κακού, και η αδιαφορία προς την ασφάλεια της κάθε ζωής, δεν είναι μόνο προσωπικό ζήτημα του καθενός υπευθύνου. Είναι και ζήτημα φροντίδας, προσοχής, ενδιαφέροντος κι’ αγάπης προς όλους τους ανθρώπους. Είναι κατάσταση εγρήγορσης.

  Η πέτρα που πέσανε, και το ξύλο που σταυρωθήκανε τα παιδιά της καρδιάς μας,  είναι εκεί. Με το ακοίμητο καντηλάκι, και το αμάραντο τριαντάφυλλο της μνήμης. Μας δώσανε το πιο ηχηρό μάθημα μαζί με τον ανείπωτο πόνο του χαμού τους. Οι ζώντες  πρέπει επί τέλους να μαθαίνουμε απ’ τους νεκρούς μας. Να αφυπνιζόμαστε απ’ τα λάθη μας, απ’ την τοξική  αδιαφορία μας, απ’ την άρνηση της ευθύνης, για τη πρόληψη του κάθε κινδύνου. Τα παιδιά, μας άφησαν  μαθήματα  αγωνιστικής καθημερινότητας.  Μιλάνε μέσα στο αίμα μας τώρα, για να μας θυμίζουν  πως εδώ τιμωρήθηκε το πέρασμα της αθωότητας.  Το άνθισμα της νιότης.  Η έναστρη αγάπη  ενός παρθενικού έρωτα.  Μας υπενθυμίζουν  πως όλα αρχίζουν απ’ το συμπυκνωμένο χάος της  όποιας διοίκησης, της όποιας ανεκπλήρωτης  ανάγκης για την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής. Είναι οδοδείκτες πλέον για  μια άλλη αποτίμηση των  αθέατων κινδύνων, που δεν κυοφορούν καμιά κακιά στιγμή και καμιά  μαύρη μοίρα, αν εμποδιστούν  οι ρίζες τους  να θρέψουν το κακό.

 Συλλυπούμαι  βαθιά τις δυο οικογένειες, καθώς ανήκω στη χορεία των ορφανεμένων μητέρων απ’ τον πρόωρο χαμό των παιδιών τους. Κουβαλάμε μέσα μας μια αλυσίδα από πληγωμένες μνήμες και αισθήματα. Σκιρτήματα και όνειρα συντριμμένα. Ο Θεός, ας γεμίζει δύναμη αντοχής τα δάκρυά μας, σ’ αυτό τον πένθιμο κύκλο που βρεθήκαμε. Ας παρηγορηθούμε για χάρη τους. Ανάμεσα στο άκτιστο φως και την αγάπη, στα περιβόλια κοιμούνται, των ιερών Γραφών. Ο λόγος, και η κάθε έλλογη ψυχή, κατοικεί στην ουράνια πατρίδα της. Και οι άνθρωποι το πιστεύουν, μόνο με τη συναίνεση της καρδιάς τους. Ας είναι αυτή η αλήθεια μας, η καρδιακή. Η μόνη αλήθεια.

 

 

©2026 Idyli. All Rights Reserved. Powered by New Age IT