Μόνο τα περιγράμματα.
Είναι μια τέχνη δύσκολη να παραμένεις αθέατος στον δημόσιο χώρο, ειδικά σε έναν μικρό τόπο όπως ο δικός μου.
Είναι μέρες που θα ήθελα να μασκαρευτώ σε κάποια μη αναγνωρίσιμη, να αποφύγω όλες τις χαιρετούρες, να μην αναγνωρίζω κανέναν από όσους κινούνται στον ίδιο ευρύτερο χώρο όπου περπατώ.
Αυτές τις μέρες, που μοιάζουν να γίνονται όλο και περισσότερες όσο η κοινωνική μου απαντοχή εξαϋλώνεται σε μια θεωρητική κατασκευή, εξαφανίζω τα χαρακτηριστικά των προσώπων και κρατώ μόνο τα περιγράμματα, τις σιλουέτες, προσπαθώντας να φτιάξω έναν κόσμο ολογραμμάτων όπου όλα καθορίζονται από την κίνηση και μόνο.
Η κίνηση γίνεται ο μεγεθυντικός φακός που θα μου δώσει όλα τα υπόλοιπα. Από την κίνηση των σωμάτων θα μοιράσω χαρακτηριστικά στα πρόσωπα θα φωτίσω μάτια, θα σχηματίσω χείλη και μύτες.
Η μαντεψιά μοιάζει με ρίσκο αλλά είναι ένα παιχνίδι που με διασκεδάζει όταν τελικά καταφεύγω στην πραγματικότητα των προσώπων να δω αν και πόσο λάθεψα. Ξαναφτιάχνω την διήγηση της καθημερινής διαδρομής μου, κάνοντας μια επιλογή από τις μυριάδες που υπάρχουν. Κι έτσι φωτίζω το τοπίο με το απροσμέτρητο των εκφάνσεών του. Φεύγει το μονοσήμαντο μεμιάς. Είναι τόσο απλό, σκέφτομαι. Είναι; Μα είναι πάντα η επιλογή που φτιάχνει την διαδρομή κι όχι η διαδρομή που καθορίζει την επιλογή. Οι μπερδεμένες κι ανάκατες σκέψεις την ώρα που περπατώ είναι τελικά η μεγαλύτερη προσδοκία μου όταν δένω τα κορδόνια των παπουτσιών. Μια προσδοκία που σπανίως διαψεύδεται αν αφεθώ στην καταπραϋντική πολυπλοκότητά της.
Είναι και το πώς το σώμα αντιδρά τελικά. Το σταδιακό ξεμούδιασμα, οι μύες που αντιστέκονται και έπειτα ο πόνος μοιάζει να γλυκαίνει, η ζωώδης μυρωδιά της εφίδρωσης με την ερωτική επέλασή της, η υπενθύμιση παιδικών τραυμάτων που όσο μεγαλώνεις σου θυμίζουν ότι θα πληρώσεις την αφοβία της νιότης. Είναι το αριστερό γόνατο θυμάσαι που είχες χτυπήσει με φόρα πάνω στην γωνία του κουφώματος, στο εξοχικό σπίτι ενός φίλου όταν αποφασίσατε να παίξετε μπουγέλο μες το σαλόνι κι εσύ γλίστρησες και το γόνατο μάτωσε και ένα σημάδι λίγο σαν τόξο στο θύμιζε για χρόνια μα τώρα στο θυμίζει και ο πόνος που ενεργοποιείται, συνήθως μετά τα πέντε χιλιόμετρα σαν να σου βάζει όριο στην αποκοτιά του σώματος που γερνάει.
Όλες οι παιδικές αταξίες που άφησαν σημάδι στο σώμα σου, ξαναζωντανεύουν στους δρόμους της πόλης, άλλης από αυτή που μεγάλωσες, άλλης από αυτές που έζησες όσο έψαχνες τόπο να στεγάσεις την διαδρομή που είχες τόσο καλά σχεδιάσει στην εφηβεία και τόσο καλά αποδομήσει στην νεότητα ή την πρώιμη ωριμότητά σου όταν κατάλαβες πως το σενάριο στα χέρια του σκηνοθέτη μπορεί να γίνει μια τελείως άλλη ιστορία.
Αυτό το αριστερό γόνατο το αχνό πια σημάδι που έμοιαζε με βέλος είναι το σταθερό σημάδι που μου υπενθυμίζει τους στίχους του Ελύτη από το τραγούδι «Το παράπονο» που τόσο ωραία λέει η Ελευθερία Αρβανιτάκη «γι` αλλού, γι`αλλού ξεκίνησα» και καταλήγεις να το τραγουδάς σ`όλη τη διαδρομή.
«Εδώ στου δρόμου τα μισά έφτασε η ώρα να το πω, άλλα είν' εκείνα που αγαπώ γι' αλλού, γι' αλλού ξεκίνησα, άλλα είν' εκείνα που αγαπώ γι' αλλού, γι' αλλού ξεκίνησα.
«Στ' αληθινά στα ψεύτικα το λέω και τ' ομολογώ, σα να 'μουν άλλος κι όχι εγώ μες στη ζωή πορεύτηκα. Σα να 'μουν άλλος κι όχι εγώ μες στη ζωή πορεύτηκα Σαν να `μουν άλλος κι όχι εγώ στους δρόμους της πόλης μου, πορεύτηκα.
Μυριάδες φορές. Για να εμπλουτίσω την ίδια διαδρομή με εκπλήξεις ανώφελες μα αναγκαίες. Καμιά φορά τα ανώφελα είναι τα πιο σημαντικά. Ανώφελα γιατί δεν υπάρχει λόγος να τα προσπαθήσεις, ανώφελα γιατί δεν θα σου προσφέρουν τίποτε, ανώφελα γιατί δεν θα ικανοποιήσουν καμιά ανάγκη σου, ανώφελα, τα μόνα που με βεβαιότητα θα κάνουν την βίωση λιγάκι αναπάντεχη. Μα πόσο ωραία τα ανώφελα που κόντρα στον μακρύ κι οδυνηρό κατάλογο των ωφελίμων κάνουν το γόνατό μου να πονά λιγότερο και τις παιδικές αταξίες να ζωντανεύουν με την ίδια ακριβώς διάθεση να γελάσεις κατάμουτρα στον κόσμο και κοροϊδευτικά στην ζωή πριν προλάβει να το κάνει η ίδια.


