Λογοτεχνικό Εργαστήρι

"Ο Παύλος τα κατάφερε" (της Μαργαρίτας Ικαρίου)

(γράφτηκε 1 χρόνο πριν, αμέσως μετά την καταδίκη της Χρυσής Αυγής. Μακάρι να μείνει "καταδικασμένη" στη συνείδηση των Ελλήνων...)

Με έμαθε να διαβάζω πριν καν πάω σχολείο. «Τα γράμματα, παιδί μου» μου λεγε «θα είναι το εισιτήριο για τα πιο μεγάλα σου ταξίδια». Κι εγώ, ανοιγόκλεινα τα μυστικά των λέξεων, ψάχνοντας να βρω το μαγικό χαρτάκι που θα με έβαζε στο μεγάλο καράβι της γνώσης.

Μόλις κατάφερα να διαβάζω, μου έδινε την πολύτιμη για κείνον εφημερίδα. Στην αρχή, μόνο τίτλους και μετά, τα πρωτοσέλιδα. Συλλάβιζα και μπέρδευα τις λέξεις που δεν καταλάβαινα. Με ενθάρρυνε να συνεχίσω, με ένα βλέμμα ή ένα χάδι στα μονίμως ατίθασα κατσαρά μαλλιά. Και με υπομονή, μου εξηγούσε όσο πιο περιγραφικά μπορούσε το παιδικό μου μυαλό να κατανοήσει, τα δυσνόητα νοήματα: Τι σημαίνει Κυβέρνηση και τι μεταπολίτευση, γιατί τα λιανοτράγουδα είναι της πικρής κι όχι της μικρής πατρίδας, τι είναι «απεργία» και ποια η διαφορά της από την απεργία πείνας, αφού έτσι κι αλλιώς και τις δύο τις έκαναν άνθρωποι πεινασμένοι…

Μου έδειχνε φωτογραφίες με το δικέφαλο πουλί και έναν μαύρο στρατιώτη να στέκεται ακίνητος εμπρός του και μου εξηγούσε γιατί η «δικτατορία» έκανε τον βουλευτή της ΕΔΑ που έμενε στο κάτω στενό από το σπίτι μας να περπατάει πλέον κουτσαίνοντας, μετά από 5 χρόνια στην εξορία. Κι όταν άρχισα να καταλαβαίνω πιο πολλά, τα ιστορικά βιβλία που είχε σώσει κρύβοντάς τα στον τοίχο πίσω από τον περιστερώνα που είχαμε στην ταράτσα του μικρού μας σπιτιού στον Πειραιά, τα παρέδωσε στα μικρά μου χέρια, λέγοντάς μου «…πιο πολλά από όσα διαβάσεις, θα τα καταλάβεις!»

Δούλευε πολύ, όπως κι η μάνα μου. Τόσα στόματα, δεν χορταίνουν εύκολα. Δυό παιδιά κι άλλα δυό, ορφανά, που έπρεπε κι αυτά να μεγαλώσουν. Από τη νύχτα ως τη νύχτα, κάθε δουλειά που μπορούσε να του εξασφαλίσει τίμια το παραπάνω που είχε απόλυτα ανάγκη η οικογένεια. Κι αυτός, ο τρυφερός και γλυκός άνθρωπος, που δεν έβριζε, δεν φώναζε και δεν «είχε σηκώσει το χέρι του» ποτέ, σε αντίθεση με άλλους «πατεράδες» της εποχής του, όταν επρόκειτο για συνδικαλιστικούς αγώνες, γινόταν άλλος.

Μπροστάρης και… «υποκινητής» των αντιδράσεων, απ τους πρώτους στις απεργίες, απ τους πρώτους και στις διεκδικήσεις. Στο σπίτι μας μπαινόβγαιναν άνθρωποι που τους είδα αργότερα σε υψηλούς κυβερνητικούς θώκους, μα έχοντας ξεχάσει το… ζιβάγκο κι έχοντας φορέσει το ξύλινο κοστούμι της εξουσίας. Η αστυνομία συχνά-πυκνά, μας χτυπούσε την πόρτα και τον τράβαγαν στο «Τμήμα» πότε με τον ένα προσχηματικό λόγο και πότε με τον άλλον. Αμυδρά θυμάμαι και τη μέρα που έφυγε η μάνα μου αλλοπαρμένη, αφήνοντάς μας ολομόναχα, γιατί την ειδοποίησαν πως τον είχαν μεταφέρει στο Νοσοκομείο, μετά από μέρες απεργίας πείνας… Κι ύστερα, ήρθε η Δημοκρατία. Άνθρωποι σαν κι αυτόν, την κουβάλησαν στις πλάτες τους. Οι δικοί τους αγώνες, την έντυσαν με της ελληνικής σημαίας τα χρώματα. Κι ήταν όλοι εκείνοι, οι μικροί και αφανείς «στρατιώτες» της, που πίστεψαν πως ο φασισμός, αυτός ο φασισμός που το αλγεινό του πρόσωπο το είχαν ζήσει και στα μικράτα τους, στον πόλεμο, δεν θα περνούσε πια.

Κατάλαβε νωρίς πως ο εκφασισμός της κάθε μέρας μπορούσε να έχει πολλά πρόσωπα. Ήταν κι οι παλιοί σύντροφοι που η Κίρκη της εξουσίας είχε μετατρέψει σε… «χοίρους», ήταν κι οι «αντίπαλοι» που έγιναν «όλοι δικοί μας είμαστε». Ήταν κι εκείνοι που πάτησαν πάνω στις διεκδικήσεις και τα κεκτημένα με αγώνες πολλούς δικαιώματα και τα ποδοπάτησαν. Ήταν κι η πορεία μιας χώρας που ακολουθώντας τις εκάστοτε κομματικές γραμμές, έχασε την επαφή της με τη λαϊκή βάση. Αυτή που αγωνίζεται πάντα κι αυτή που υφίσταται πρώτη τη σύνθλιψη της αδικίας. Στην κρίση, γονάτισε. Η σύνταξη δεν έφτανε να καλύψει καν τις βασικές του ανάγκες. Στα μνημόνια, σταμάτησε να μου μιλάει. Δεν έβρισκε πια χαρά στις πολυποίκιλες συζητήσεις και αναλύσεις που κάναμε για τα κοινωνικοπολιτικά συμβάντα της χώρας. Ντρεπόταν. Θεωρούσε τον εαυτό του και τη γενιά του υπεύθυνους για τούτην την εθνική κατάντια.

Χρόνια τώρα απέφευγε να κοιτάζει στα μάτια εμένα και το εγγόνι του. Κι όταν άκουγε τα προβλήματά μας, τις εργασιακές και βιοτικές μας συμπιέσεις, έλεγε με τη σοφία της εμπειρίας των ανθρώπων της ανάγκης: «Κάθε γενιά, παιδιά μου, έχει το δικό της «πόλεμο». Μόνο που εμείς, τον εχθρό τον βλέπαμε…» Σήμερα, αναρρώνοντας στο Νοσοκομείο μετά από μια δύσκολη περιπέτεια υγείας, άκουγε στο ραδιοφωνάκι τις ειδήσεις. Γύριζε και γύριζε το δείκτη για να ακούσει πάλι και πάλι την κραυγή δικαίωσης της Μάγδας Φύσσα.

Με δάκρυα στα μάτια, με κοίταξε: «Ο Παύλος τα κατάφερε» είπε. Κι έλαμπε το γερασμένο κι εξασθενημένο του πρόσωπο. «Ποτέ πια…!» είπε. Και σώπασε.

©2026 Idyli. All Rights Reserved. Powered by New Age IT