Στην κόψη των καιρών
τα χνάρια μου ματώνω
και μες στο αίμα πνίγω
ανθρώπους και θεούς.
Παλεύω να σμιλέψω
ψυχές όπως τις θέλω,
αγνές, δικαιωμένες,
στο χρώμα τ' ουρανού.
Στο πάλεμα απάνω
θεό δεν ανταμώνω,
πνιγμένος μες στο αίμα
βολεύεται θαρρείς.
Χωρίς θεό, χωρίς κραυγές
ίσως και να προκάμω
κάτι να ζωγραφίσω
στο χρώμα τ' ουρανού.


