Λογοτεχνικό Εργαστήρι

"Βαράτε και μη ρωτάτε" (του Χρήστου Φούκη)

Ήμουν μικρός, πολύ μικρός όταν άκουσα την παρακάτω ιστορία απ' τον μπάρμπα - Κίμωνα και ακόμα δεν μπορώ να ξεχωρίσω αν ήταν προϊόν μυθοπλασίας η περί συμβάντος πραγματικού. Ήταν όμως νομίζω ενδεικτική της οικτρής κατάστασης που επικρατούσε στην Ελληνική ύπαιθρο στα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου.

Στο χωριό ζούσε ο γερο- Νικόλας, ήσυχος παππούς. Το μόνο του ενδιαφέρον ήταν ο κηπάκος του, ο αράπης ο γάιδαρος και οι δυό γίδες του. Πηγαίνοντας στο κτήμα του ένα πρωί, εκεί στο τρίστρατο στα καραγάτσα έγινε η συνάντηση. Καμιά δεκαριά ένοπλοι, πλην αξύριστοι και ταλαιπωρημένοι βρέθηκαν μπροστά του.

- Με ποιούς είσαι γέρο; τον ρωτά ο επικεφαλής. Βλέποντάς τους σ' αυτά τα χάλια δεν το πολυσκέφτηκε ο γερο- Νικόλας.

- Μα με σάς αγωνιστές του ένδοξου ΕΛΑΣ, βροντοφώναξε.

Έλα όμως που ήταν "ΜΑΥδες" που γύριζαν στραπατσαρισμένοι απ' την μάχη.Τον τραβούν απ' το σαμάρι και ξύλο ανελέητο, με τα χίλια ζόρια σύρθηκε στο καλυβάκι του. Μέρες πολλές πέρασαν να συνέλθει.

 Μετά από καιρό αφού ανέκτησε, γυρνώντας απ' το κτήμα του πάλι μπροστά του στρατιώτες. Συντεταγμένοι αυτή την φορά, όμως κι' αυτό τον μπέρδεψε πάλι.

- Γέρο με μάς;

- Βεβαίως με τον στρατό μας που πολεμά τους κατσαπλιάδες απάντησε.

Άτυχος και πάλι, ήταν "ΕΛΑΣίτες" και δώστου ξύλο πάνω στο ήδη μαυρισμένο κορμί του. Τον βρήκαν σε κακά χάλια και τον πήγαν στην γριά του.

Πέρασαν τα χρόνια και τα παιδιά του χωριού έκαναν γαιδουροδρομίες στον δρόμο για την «κεραμίδα». Ερχόμενος και βλέποντας τον κουρνιαχτό και τον σαματά, πικρές και οδυνηρές θύμησες γύρισαν στο μυαλό του. Θολωμένος κατέβηκε απ' τον αράπη, κρέμασε το σακάκι του στα σκαρβέλια του σαμαριού, γιατί δεν έπαιρνε άλλο μπάλωμα, γονάτισε στην άκρη του δρόμου και το μόνο που ψέλλισε ήταν :

-Βαράτε και μην ρωτάτε.

©2026 Idyli. All Rights Reserved. Powered by New Age IT