Όταν μιλάμε για παραμύθια η σκέψη μας πάει στα περασμένα πρόσωπα των παιδικών μας χρόνων. Στους παππούδες και τις γιαγιάδες με τη πατροπαράδοτη μνήμη, και την αυθόρμητη φαντασία του αφηγητή παραμυθά. Στις μέρες μας που η αφήγηση έχει ξαναβρεί το μικρό της σπιτάκι σε σχολεία σε παιδικούς σταθμούς και λέσχες ανάγνωσης, αφηγητής παραμυθιών μπορεί να είναι οποιοσδήποτε ανεξαρτήτου ηλικίας. Ακόμα κι’ ένα ευφάνταστο μικρό παιδί.
Μ’ αυτή τη διαπίστωση, όλο και περισσότεροι νοσταλγούν να ξαναβρούνε τους δρόμους του παραμυθιού και το σπιτικάλυβο των προγόνων, που μάζευαν γύρω τους εγγόνια και γειτονόπουλα, κι’ έμπαζαν στη ζωή τους δράκους, νεράϊδες αλεπούδες και ξωτικά, δίνοντας ζωή σε ήρωες και άψυχα αντικείμενα.
Σωπάτε τώρα! ν’ ακούσουμε της μύγας το φτερό! Και τα παιδιά σώπαιναν και περίμεναν.
Ο δρόμος του παραμυθιού δεν έκλεισε. Γιατί οι άνθρωποι , όπως παλιά αγαπούν ν’ ακούνε ιστορίες και παραμύθια. Το διαπιστώσαμε στην εκδήλωση του πολιτιστικού συλλόγου Όρμου Μαραθοκάμπου, όπου στα πλαίσια του πρώτου Φεστιβάλ, αφιερωμένου στα παιδιά, υπήρξε βραδιά παραμυθιού και αφήγησης, για μικρούς και μεγάλους.
Σαμιώτισες συγγραφείς παραμυθιών, αφηγήθηκαν λαϊκά σαμιώτικα παραμύθια στη ντοπιολαλιά, ή έντεχνα δικά τους, πεζότροπα ή ομοιοκατάληκτα, χαρίζοντας χαρά και ευφρόσυνα αισθήματα, επειδή η αγάπη για το αόρατο το φανταστικό και το μαγικό, είναι η αγάπη της ίδιας της ψυχής για την σιωπή και το θάμβος των μαγικών λέξεων της κάθε αφήγησης που ξεκινά με τη φράση Μια φορά κι’ έναν καιρό.
Βέβαια σήμερα βρισκόμαστε μακριά απ’ το γνήσιο προφορικό παραμύθι των λαϊκών παλιών και σπάνιων παραμυθάδων, που υπάρχουν ακόμα σε κάποια χωριά δυσπρόσιτα, της παραδοσιακής θαλασσινής, ή αγροτοποιμενικής ζωής.
Ο Καζαντζάκης γράφει στην «Αναφορά στον Γκρέκο.» «Ζούσα , μιλούσα και πορευόμουν μέσα σε ένα παραμύθι, που το δημιουργούσα εγώ την πάσα στιγμή, κι’ άνοιγα μέσα του δρόμους να περάσω.»
Στις μέρες μας το παραμύθι διοχετεύτηκε παντού ως προϊόν αναπαραγωγής. Τρύπωσε στην οπτικοακουστική τεχνολογία, παραλλαγμένο από άλλες μορφές. Κινούμενα σχέδια, γουέστερν, αστυνομικά, φανταστικές περιπέτειες, και άφθονα δισκάκια, κάτω απ’ τη σκέπη της παραμάνας τηλεόρασης.
Το παράπονο για το αποστέγνωμα της ψυχής πολλών παιδιών και νέων, απ’ τη δροσιά της ζωντανής προφορικής αφήγησης λαϊκών παραμυθιών της παιδικής θύμησης, μας το δίνει σ’ ένα της ποίημά η Καίτη Χιωτέλλη « Παραμύθια εμείς, δεν ακούσαμε / κι’ ας είμαστε απ’ τα πρώτα χρόνια μας μεγάλοι. / Κι’ ύστερα είναι να ρωτάς γιατί γίναμε έτσι στ’ αλήθεια παράξενοι / δίχως τίποτα πια να πιστεύουμε / και ξεχάσαμε πια ν’ αγαπάμε.
Η απάντηση είναι δύσκολη. Η γενική άποψη δέχεται, πως ακόμα κι’ αν αλλοιωθεί η γνήσια μορφή του παραμυθιού, θα παραμείνει το είδος του, εφόσον αποτελεί ψυχική ανάγκη των παιδιών αλλά και των μεγάλων, όσων αισθάνονται μέσα τους ν’ αγρυπνά η παιδική τους ανάγκη αρνούμενη να αποβάλλει το παιδί που υπήρξαν κάποτε. Κι’ αυτό, επειδή το παραμύθι είναι το μόνο είδος λόγου, που υφαίνεται από δύο κόκκινες κλωστές. Την παιδικότητα και την ωριμότητα.
Οι αφηγήτριες των παραμυθιών στην εκδήλωση του Όρμου, έχοντας μπροστά τους ένα μικτό κοινό μεγάλων και μικρών, κατάφεραν να εξακτινώσουν ήχο, φως, αέρα, και φωνή , να γοητεύσουν, και να παραμυθιάσουν νοσταλγικά αυτό που έχει χαθεί απ’ τη ζωή μας.
Όλοι μας χαρήκαμε τη γοητεία της ζώσας φωνής, με την ελπίδα η προσπάθεια αυτή να συνεχιστεί να εμπλουτισθεί και να καθιερωθεί, συνεχίζοντας την αρχαία παράδοση του μυθικού λόγου ως τις δικές μας μέρες που η παραμυθία τους, είναι ζήτημα αγάπης στον μαγικό κόσμο της αφήγησης. Συγχαρητήρια σε όλους τους εμπλεκόμενους στο φεστιβάλ για τη πνευματική συναισθηματική και γνωστική ψυχαγωγία που μας χάρισαν.


