Λογοτεχνικό Εργαστήρι

«Μνήμες παλιές.....» ( Του Χρήστου Φούκη)

Συνεχείς και με διαδοχή οι αγροτικές δουλειές στα χωριά. Οι καλλιέργειες πολλές και εποχιακές, όλα έπρεπε να γίνουν στην ώρα τους μην πάρει η μιά καβάλα την άλλη όπως σωστά λέγαν οι παλιοί.

Στην ώρα του ακριβώς ο τρύγος, η κορυφαία ασχολία. Ο οργασμός κυριολεκτικά της Σαμιακής υπαίθρου!

Αμέσως μετά ημερολογιακά το θάμνεμα της ελιάς, το χτίσιμο- ψήσιμο του καμινιού, πάστρεμα αμπελιών, μάζεμα ελιάς και πάει λέγοντας, κενό δεν υπήρχε. Αφού είχε τελειώσει ο τρύγος, πολύ μικρός ακολούθησα και κείνη την μέρα τον πατέρα μου καθισμένος στα καπούλια της αραπίνας ως συνήθως. Προορισμός το κτήμα στο ρέμα στου «Καρπάρ' το βόθανο» όπως λέγονταν παλιά η περιοχή. Ήταν ένα κτήμα μικρογραφία της εξοχής της Σάμου, κήπια και περβόλια. Τα πάντα υπήρχαν εκεί.

Όλα τα ξινά, φιρικιές, συκιές, μουσμουλιές, κερασιές, κορομηλιές. ....Δεν υπήρχε φρούτο εποχής που να μην το βρείς. Ήταν μερακλής ο μπάρμπα- Γιάννης, το καλύτερο, γρηγορότερο αμπολιαστήρι και φημισμένος "κοφνάς" στην περιοχή. Το κτήμα ποτίζονταν από δυό μεγάλες στέρνες που γέμιζαν σε δυό μερόνυχτα και γεμάτες ψάρια και χέλια.

Ήταν σε πλαγιά με πεζούλια κι' έφτανε απότομα μέχρι το ρέμα, περιβαλλόταν δε από πανύψηλα ήμερα κυπαρίσσια σαν φράκτης φυσικός.

Στις δυό τελευταίες πεζούλες στη κορφή, υπήρχαν ντόπιες ελιές χαμαδιάρες. Πετρώδες εκεί το έδαφος και η ξερολιθιά προσαρμοσμένη σε πέτρες μεγάλες ριζιμιές, μικρογραφία μετεώρων έδειχναν.

Δουλεύοντας την ξινιάρα τσάπα ο πατέρας στο ξερό και άβρεχτο ακόμα χώμα, κουρνιαχτός πολύς μας τύλιγε. Με το που έφτασε κοντά στον τοίχο ούτε που κατάλαβα τί έγινε. Ένα σπρώξιμο απότομο ένοιωσα και βρέθηκα καταγής με τον πατέρα μου προστατευτικά πάνω μου.

Βουητό μεγάλο τριγύρω, δεν ήταν μπεπκοφωλιά αυτή, μελίσσι ήταν δυνατό! Σαν καταλάγιασε το κακό, απομακρυνθήκαμε γρήγορα. Ώσπου να πάρουμε την γαϊδάρα που τσίναγε και χοροπήδαγε κι' αυτή απ' τα τσιμπήματα, το πρόσωπο και ο λαιμός του πατέρα μου άρχισε να κοκκινίζει και να πρήζεται. Της αραπίνας κρέμασαν αυτιά και χείλη. Αλώβητος εγώ!

Ισα που φτάσαμε στα σκαλιά του σπιτιού μας. Εκεί κατέρρευσε ο καημένος, ήταν πολλά τα τσιμπήματα σε πρόσωπο και κεφάλι. Η μάνα μου και η γιαγιά Χρυσάνθη του έδιναν να πίνει συνέχεια ντόπιο κρασόξυδο, και απ' ίδιο κομπρέσες στο κεφάλι. Μέρες έκανε να συνέλθει. Σαν σηκώθηκε όμως δεν περίμενε λεπτό.

Το καλάμι κούφιο και η μιά του άκρη χαραγμένη με το κατσούνι σαν σέσουλα μικρή, γεμάτη δηλητήριο. Ένα φύσημα ήταν αρκετό να γεμίσει η τρύπα σκόνη. Την επομένη η ίδια τρύπα ήταν έρημη απ' τους σκοπούς- φρουρούς της μπέπκες. Προσεκτικά άρχισε να σκάβει το χώμα, δεν χρειάστηκε πολύ. Ήταν μια πέτρα μεγάλη τσακμάκα κούφια σχεδόν στο κάτω μέρος. Σαν μικρή σπηλιά έμοιαζε και στην κορφή της κολλημένο κείνο το έργο τέχνης.

Μάθημα αρχιτεκτονικής δομής φάνταζε η τετραώροφη μπεπκοφωλιά! Σε απόσταση οι καλόσχημες πίτες η μιά απ' την άλλη και συνδεδεμένες μεταξύ τους με κολώνες λές αρχαϊκές!

Με προσοχή την έβγαλε και την πήραμε στο καλύβι, προκαλώντας τον θαυμασμό όσων την έβλεπαν.

Την είχαμε αξιοθέατο δίπλα στο τζάκι, ώσπου ο σκόρος την διέλυσε με τα χρόνια.

©2026 Idyli. All Rights Reserved. Powered by New Age IT