Λογοτεχνικό Εργαστήρι

"Σφεντόνα" (Της Έλενας Χουσνή)

Ο δρόμος δεν φαίνεται πια. Η λευκή διακεκομμένη γραμμή έχει σβήσει, θαρρείς, από τα πέλματα χιλιάδων ανθρώπων. Πέλματα που περπατούν όλα προς την ίδια κατεύθυνση.

Σπάνια οι άνθρωποι συμφωνούν τόσο απόλυτα για την κατεύθυνση. Η μεγάλη σημαία είναι κρεμασμένη στο φρεσκοβαμμένο κτίριο. Ένα τεράστιο πανό στο βάθος του δρόμου, κάποιους υποδέχεται, σίγουρα όχι εμάς. Εμείς είμαστε οι ανεπιθύμητοι. Συρματοπλέγματα έχουν στηθεί για τη θερμή υποδοχή μας. Τα πρώτα πέλματα έχουν σταματήσει σε απόσταση εκατό μέτρων από το check point όπου θα αναμετρηθούν εκείνοι κι εμείς. Η δύναμή τους με τον όγκο μας. Ποιος θα κερδίσει; Θα φανεί. Εξαρτάται από την δύναμη πυρός που έχουν τα όπλα τους και τα δικά μας πέλματα. Σε διάφορες περιπτώσεις έχει κερδίσει το ένα από τα δύο.

Η μάνα μου κρύβεται σχεδόν από πίσω μου. Έχει βρέξει το μαντήλι της και το έχει δέσει γύρω από το στόμα της. Χειρονομεί μανιασμένα να κάνω κι εγώ το ίδιο. Έπειτα ξανακρύβεται πίσω μου. Τα καπνογόνα μας έχουν μετατρέψει σε σκιές που προχωρούν προς το… τίποτε. Δεν βλέπω ούτε στο μισό μέτρο αλλά νιώθω τη θέρμη των εκατοντάδων, μπορεί και χιλιάδων σωμάτων που τώρα, ακινητοποιημένα, θυμίζουν πετρωμένο στρατό.

Το σώμα του άνδρα μπροστά μου έχει γείρει ελαφρώς προς το πλάι. Σηκώνεται στις μύτες των ποδιών και προσπαθεί να δει μέσα από τα σύννεφα καπνού. Με το δεξί του χέρι κρατά σφιχτά τον γιο του. Γιος του θα είναι, τι άλλο; Ο μικρός, επτά – οκτώ χρονών, τον κοιτά με τα μάτια διάπλατα ανοιχτά. Το υπόλοιπο πρόσωπό του έχει καλυφθεί από το μαντήλι, τα πόδια του, εγκλωβισμένα στα σκονισμένα αθλητικά adidas στραβώνουν από την κούραση και την αγωνία, και το κεφάλι στέκεται σταθερά σηκωμένο προς τα πάνω, ακολουθώντας τις οδηγίες της κίνησης του πατέρα του.

Μα τώρα είμαστε όλοι ακίνητοι. Ξαφνική σιωπή διαδέχεται τα συνθήματα. Ξεθωριάζουν οι φωνητικές χορδές που έψαλαν την ελευθερία. Ξεθωριάζει και η ελευθερία, καθώς βρισκόμαστε φυλακισμένοι από την ίδια τη δύναμή μας, μη μπορώντας να κάνουμε μήτε μπρος μήτε πίσω.

Ο μικρός γυρίζει προς το μέρος μου. Του ρίχνω μερικά κεφάλια μπόι και μερικές διαδηλώσεις ύψος. Από τη δική του ηλικία ξεκίνησα κι εγώ. Τώρα πια είμαι έμπειρος. Τώρα πια είμαι έμπορος της ελπίδας που προσπαθούμε να αγοράσουμε ή να ξεπουλήσουμε – ποιος ξέρει;- κάθε φορά που κατευθυνόμαστε προς μια σημαία- τη σημαία που μισούμε – για να υπερασπιστούμε μια άλλη σημαία, το μόνο κοινό που έχουμε τόσοι άνθρωποι σε αυτό τον δρόμο, χωρίς διαχωριστικές γραμμές.

Η άσφαλτος καίει από τον ήλιο και το σούρσιμο των αργών βημάτων. Καίει και από την πύρινη λάβα της αναμονής που είναι χειρότερη κι από τον πόλεμο που θ` ακολουθήσει. Καίει κι από τις σκιές που ρίχνουν οι σφεντόνες στην υγρή από τον ιδρώτα απλωσιά της. Το χέρι μου γλιστρά γύρω από την ξύλινη διχάλα. Η τσέπη μου βαραίνει από τις πέτρες.

Μια ανεπαίσθητη διαρροή. Γυναίκες και παιδιά, αθόρυβα και εξασκημένα, περνούν σαν φαντάσματα ανάμεσά μας, λυγερόκορμα ξωτικά με ζιγκ - ζαγκ πολεμικά, φτιάχνουν την οπισθοφυλακή της μάχης. Ακονίζονται τα μαχαίρια του μυαλού, αργά, στραφταλίζουν στον ήλιο, κρύβονται πίσω από τα ανέκφραστα πρόσωπα. Βγάζω το μαντήλι και με το άλλο χέρι σπρώχνω τη μάνα μου προς τα πίσω -αποχαιρετισμός είναι αυτός. Ποτέ δεν ξέρεις.

Μου τραβά την μπλούζα. Ευχή για δύναμη και καλή αντάμωση. Βουρκωμένο είναι πάντα αυτό το τράβηγμα, ευτυχώς που το αφήνω πίσω μου. Η μπλούζα, τραβηγμένη και ευλογημένη από την οπισθοχώρηση της μάνας, στάζει ιδρώτα και ανυπομονησία. Για λίγο κολλάει στο σώμα κι έπειτα φυσαλίδες αέρα την απομακρύνουν από το κορμί μου, σημεία – σημεία, αφήνοντας λίγο αέρα να ξεδιπλώσει τις πυκνές τρίχες στο στήθος μου.

Η σφεντόνα ανοίγει. Η πέτρα ξανοίγεται. Τα μάτια μεγαλώνουν. Το μαντήλι συντροφεύει την άκρη τους. Η μόνη αίσθηση που μένει ενεργή, κάπως, είναι η όραση. Η ακοή βούλιαξε στη ραψωδία των κροτίδων και των καπνογόνων. Και το μπαλέτο της κόλασης ξεκινά. Ένα πόδι λυγισμένο προς τα πίσω, το άλλο μπροστά. Ισορροπία. Δεξιά κι αριστερά, οι στοίχοι ανοίγουν, οι άνθρωποι απομακρύνονται, αφήνουν κενά. Μνήμης και πολέμου. Οι πέτρες παίρνουν θέση μάχης και πηδούν ξεδιάντροπα προς τα συρματοπλέγματα. Να τα περάσουν θέλουν, να προσγειωθούν στα κρανοφόρα κεφάλια που βρίσκονται πίσω τους. Να τους ενοχλήσουν, τίποτε περισσότερο δεν μπορούν. Και αν φτάσουν στη σημαία, ίσως καταφέρουν να τη σκίσουν και κάποτε να την ρίξουν κάτω.

Η λάθος σημαία, όμως, μένει αταλάντευτη, καρφιτσωμένη στο καλωσόρισμα φίλων που ίσως προηγήθηκαν. Οι πέτρες χορεύουν τον αλλοπρόσαλλο χορό τους και θάβονται στην εξορία του αντίπαλου χώματος. Του δικού μας χώματος. Τελειώνουν σιγά – σιγά. Οι τσέπες ελαφραίνουν αλλά βαραίνει η ανάσα και τα χέρια είναι πια ανίκανα να ξεφορτωθούν τη δύναμη της συνήθειας.

Να βρω πέτρες. Να ρίξω πάλι. Ανοίγουν περισσότερο οι στοίχοι τώρα που τα καπνογόνα σκάνε άτακτα και βλοσυρά. Δεν βλέπω. Μυρίζω. Καμένη σάρκα. Σβήνει γρήγορα αλλά προλαβαίνει ν` αποτεφρώσει ή να κάψει τρίχες και μερικές εκατοντάδες δερματικά κύτταρα. Κι όσο καίει, τόσο τα πέλματα πεισμώνουν, τα πόδια τρέχουν και η οπισθοφυλακή στέκεται μαρμαρωμένη, έτοιμη για το μοιρολόι ή τον ξεσηκωμό.

Λιγοστά ξερόχορτα, θλιβερά απομεινάρια από προηγούμενες σφεντόνες γύρω από τον δρόμο, σιγοκαίγονται. Παραιτούνται από την ύστατη προσπάθεια να επιβιώσουν και πληρώνουν που δεν διάλεξαν σημαία. Τα ποδοπατώ κι εγώ με μανία. Ουδέτερο έδαφος. Ουδέτερη δύναμη. Οι μεγαλύτεροι υποκριτές της No land for us. Τα κλωτσάω να πλαγιάσουν στο νεκροκρέβατο της βολικής τους απόφασης, μα δεν ξέρω αν μ` αυτά πατάω κι όσους πέφτουν.

Σκοντάφτω σε μέλη άτακτα που απλώνονται παντού. Πόδια, χέρια, κορμοί. Με ηλικία, χωρίς ηλικία, τα σώματα κάνουν οριζόντιους στοίχους τώρα που οι σφαίρες απαντούν στις τελειωμένες πέτρες. Σκοντάφτω, πονάω, πασχίζω να καταλάβω προς τα πού κατευθύνομαι. Προχωρώ ή φεύγω; Τα χέρια κινούνται, στροβιλίζομαι ψάχνοντας. Προς τα πού; Κάνω βήματα δισταχτικά. Ένα χέρι με γραπώνει. Φωνές, ουρλιαχτά. Σπρώχνω μακριά τα χέρια από τα ζόμπι που δεν είναι πια σύντροφοί μου. Σκιές είναι που με τραβούν πάνω τους, να μοιραστώ την ξαπλωμένη ήττα τους. Δεν έχω χρόνο.

Άλλα μου έμαθαν. Άλλα μου μαθαίνουν τόσα χρόνια. Από πότε; Από τότε που το παιδί που ήταν δίπλα μου, ήμουν εγώ. Πού είναι; Το παιδί που είναι; Εγώ που είμαι; Κι άλλο χέρι με τραβά, ένα πρόσωπο για λίγο αχνοφέγγει. Αίματα και σάλια πετάγονται. Μουσκεύουν το πρόσωπό μου. Αηδιάζω, τα σκουπίζω με την ελεύθερη παλάμη μου. Φτύνω. Το σάλιο μου είναι πικρό, ανακατεμένο με σκόνη, καπνό και υγρά ξαπλωμένων ανθρώπων.

Τρέχω. Για λίγο τίποτε δεν με σταματά. Τα σώματα γίνονται βατήρες, μαλακά υπογάστρια με δέχονται και με εκτοξεύουν στα επόμενα βήματα. Η μάνα μου ακούει από την γωνιά της το φτύσιμο και κάνει ένα βήμα μπροστά. Δεν την βλέπω. Μπορεί να είναι και άλλη μάνα. Τρέχει. Όχι να μ` αγκαλιάσει. Να μην μ` αφήσει να τρέξω προς την λάθος κατεύθυνση. Η αντίπαλη σημαία στέκει ακόμη ορθή. Που πας; θα πει η μάνα μου. Δεν θα το πει, θα το δείξει με τα μάτια, θα τεντώσει το πρόσωπό της προς τη σωστή κατεύθυνση. Και αν δεν βρω την δική μου μάνα, κάποια άλλη θα βάλει τα χέρια στην μέση και θα κάνει τείχος να μην περάσω την νοητή γραμμή επιστροφής στην κανονική ζωή.

 Έκρηξη! Καπνός! Βουλώνουν τα αυτιά. Σαν να πετάω κι εγώ. Πετάω. Στ` αλήθεια πετάω. Πετάω. Πέφτω. Το δεξί μου μάγουλο χτυπά με δύναμη στην άσφαλτο. Το χέρι μου πλακώνεται. Το πίσω μέρος του κρανίου τσακίζει. Η σφεντόνα έχει πετάξει κι αυτή. Γι` αλλού. Ακούω το κρακ από το κόκκαλο του χεριού που σπάει. Όχι, είναι περισσότερα τα κρακ. Το μισό μου κορμί συγκρούεται με την άσφαλτο, το άλλο μισό, ξαπλώνει σε μαλακό υπόστρωμα. Μισός πονώ, μισός αναπαύομαι. Μισός έχω ήδη πετάξει για αλλού.

Το κεφάλι μου κουνιέται θαρρείς από μόνο του πέρα δώθε. Δεν το ελέγχω. Κινείται μόνο του σαν να λέει «όχι». Παλεύω να το κάνω να σταματήσει, μα δεν υπακούει. Κάποτε σταματά γερμένο προς.. τα δεξιά; Τα` αριστερά; Το πλακωμένο χέρι μου, μαριονετίστικο κατάλοιπο, μένει λυγισμένο πίσω από την πλάτη και η κοιλιά μου εκτεθειμένη στον αέρα ανοίγει. Μουσκεύω ολόκληρος. Τα πόδια μου δεν τα νιώθω, που είναι; Το ελεύθερο χέρι κάνει μικρές άσκοπες κινήσεις πάνω στην άσφαλτο. Παλεύει να πλησιάζει το σώμα, να δει αν είναι εκεί. Αν είμαι εγώ εκεί. Ψηλαφεί εκατοστό- εκατοστό την άσφαλτο. Δεν είναι άσφαλτος πια. Είναι κομμάτια από το πιο αλλοπρόσαλλο παζλ. Ακουμπώ, προχωρώ με το χέρι μου πια.

Σφυρίζουν πάνω μου οι σφαίρες, σφυρίζουν και όλες οι γνωστές και άγνωστες λέξεις του πόνου. Σφυρίζει και η σωστή σημαία - η δική μας- καθώς πέφτει δίπλα μου. Το δικό της σύριγμα είναι το χειρότερο. Αλλόκοτη σιωπή τώρα. Τα χέρι μου, τσακισμένο πίσω από την πλάτη, ετοιμάζεται να παίξει ένα ανόητο παιχνίδι με κρυμμένα μυστικά. Δεξί ή αριστερό; «Διάλεξε», λέω στον μικρό κι αυτός όλο προσμονή προσπαθεί να αποφασίσει που κρύβεται το δώρο του. «Αριστερό» μου λέει. «Έχασες» του λέω και χαμογελώ. Το αριστερό μου χέρι, μένει για πάντα εγκλωβισμένο στην ακινησία της μη έκπληξης. Το δεξί παλεύει να δείξει τον καλό εαυτό του.

Να μην απογοητεύσω το παιδί. Δεν θα ξανάρθει. Να έχει κάτι να περιμένει. Μια καραμέλα, ένα παγωτό, ένα μικρό παιχνίδι. Κάτι. Αλλιώς τι κάνει εδώ ανάμεσα σε εκατοντάδες πέλματα που τώρα με τα δάχτυλα δείχνουν τον ουρανό; Τι κάνει το παιδί ανάμεσα στις πεσμένες σφεντόνες, τις ηττημένες πέτρες, την σκόνη, τον καπνό, τον πόνο; Τι κάνει εδώ το παιδί; Γιατί το άφησα να μείνει; Γιατί δεν το έσπρωξα να φύγει, πριν μολυνθεί κι αυτό από την γητεύτρα σφεντόνα; Να, πάρε την δική μου. Φύγε. Πάρε και πέτρες. Πήγαινε να σημαδεύεις τενεκεδένια κουτάκια. Τι κάνεις εδώ; Εδώ σημαδεύουμε κεφάλια. Και σημαδεύουν τα δικά μας.

Ένα υγρό όλο το σώμα μου. Πλέω τώρα. Στα απομεινάρια μου κολυμπώ και ψάχνω. Τα δάχτυλα του δεξιού χεριού ακόμη ελπίζουν να πιάσουν την άκρη της σφεντόνας. Μα, ύστερα, μένουν αλύγιστα.

Πού πας; φωνάζω στον μικρό. Χάνεται κι η δική του μορφή. Δεν τον βλέπω. Δεν βλέπω. Κλαίω. Τι βλάκας που είμαι. Κλαίω. Μου πήραν την σφεντόνα οι αλήτες. Μου πήραν την σφεντόνα.

Μάνα που είσαι; Μάνα γιατί δεν έκρυψες στην πλάτη σου ένα ζαχαρωτό; Ένα τόσο δα παιχνίδι. Μια καραμέλα με μπλε περιτύλιγμα, να την αρπάξω, να την καταπιώ λαίμαργα;

Πέτρα δεν έμεινε να χτίσουμε τίποτε. Τις πετάξαμε όλες. Βωμούς κάναμε μπροστά από την σημαία που ακέραιη κυματίζει ακριβώς όπως και πριν. Η λάθος σημαία. Η δική μας χρόνια τώρα γεμίζει τρύπες. Την μπαλώνουμε με τον θάνατο και ξηλώνουμε τις ραφές της με τις πέτρες μας.

Γιατί ήρθαμε εδώ; Γιατί ήρθατε εδώ; Μικρέ μην πάρεις την σφεντόνα όταν στην δώσουνε. Πάρε την πέτρα και ρίξ` την ίσα μπροστά. Να σημαδέψεις το τενεκεδένιο κουτάκι, να πέσει κάτω. Να το ξανασηκώσεις, να σημαδέψεις, να το ρίξεις πάλι.

Φύγε…

(σκίτσο του Χρήστου Κουτσουρά)

©2026 Idyli. All Rights Reserved. Powered by New Age IT