Λογοτεχνικό Εργαστήρι

«Ο ΨΑΡΗΣ» (του Χρήστου Φούκη)

Σκυφτός καθόταν στην ριζιμιά πέτρα που εξείχε απ' τον τοίχο του σπιτιού της Μαρούδας.

Βλέμμα χαμένο και ένα δάκρυ παγωμένο, ακύλιστο στο μάγουλο.

Του μίλαγαν μα δεν αποκρινόνταν, δεν άκουγε κάν. Άψυχος.

Τα νέα μαθεύτηκαν γρήγορα, μαζεύτηκε το χωριό.

Φορτωμένος κατέβαινε ο «ψαρής» του Γιώργη πρωί- πρωί απ' το μονοπάτι του Ξηρόλακκα. Αγριόξυλα χοντρά κουβαλούσε για τον τζάκι. Λίγο έξω απ' το χωριό έγινε το κακό, στην κατηφόρα. Έλειπαν κάνα δυό πέτρες καταμεσής στον ντοσιμέ, νεροφαγιά κι' η παγίδα στημένη. Σφήνωσε η οπλή κι’ έπεσε άτσαλα το άλογο. Τα δυό μπροστινά του πόδια τσάκισαν σαν καλάμια. Το κεφάλι του κουνούσε μόνο βαριανασαίνοντας ώσπου μάτωσε κι' αυτό πάνω στην πέτρα.

Με το ζόρι τον έστειλαν τον Γιώργη στο χωριό, δεν άντεχε κι' ο ίδιος μάλλον το οδυνηρό θέαμα. Ήταν το καμάρι του, σύντροφος απαραίτητος στις δουλειές μα και όλων των μερακλήδων αγωγιατών πόθος η κατοχή εκείνου του πανέμορφου αλόγου.

Γκριζόασπρο, καλούπι άγνωστο στα χωριά μας. Σαν μακρινή σπορά Ολλανδέζικου υποζυγίου έσερνε. Βαριά διάπλαση εύσωμο και δυνατό, πάνω κι' από μουλάρι σε φόρτωμα και αντοχή. Καλόβολο και ήμερο.

Στόν μπάρμπα- Κώστα έλαχε ο κλήρος. Ήξεραν πως κρατούσε ακόμα αχάλαστη την ιταλική αραβίδα του. Οι περισσότεροι τα πολεμικά κατάλοιπα του πολέμου και του αντάρτικου τα νομιμοποίησαν μετατρέποντάς τα σε κυνηγετικά, λιμάροντας τις ραβδώσεις της κάννης.

Γρήγορη κι' η δεύτερη ντουφεκιά, σκέπασε τον αντίλαλο της πρώτης. Εκεί τέλειωσε το μαρτύριο του αλόγου.Του αφεντικού του όμως όχι.

Αγκαλιάστηκαν μόλις τούδωσε στο χέρι το στολισμένο με πολύχρωμες χάντρες καπίστρι του ψαρή ο μπάρμπα- Κώστας.

Στα αναφιλητά και των δυό πολλά μαντήλια βγήκαν από τσέπες.

©2026 Idyli. All Rights Reserved. Powered by New Age IT