Ήταν μια γυναίκα χωριάτισσα και μόνη. Σαλή τη λογαριάζανε.
Η καθημερινότητά της πενία και χλευασμός. Μεγαλόσωμη με βραχνή φωνή και φουσκωμένο κόρφο, απ' τα φιλέματα. Μια νύχτα τη στρίμωξαν στη γωνιά του δρόμου , κάποιοι τύποι φτιαγμένοι συντηρητικοί και ευσεβείς από την κούνια τους. Της σιγοφώναζαν χυδαία υπονοούμενα και προστυχιές. Εκείνη τους παραμέρισε με δύναμη, σήκωσε τα φουστάνια της και τους έκλασε ηχηρά.
Βλέπετε βρε κουραδόμαγκες κανένα φως στο κώλο μου να γράφει πτάνα; Λένε πως τους έπιασε με τις πέτρες , κι' ύστερα κάθισε σε πεζούλι και έκλαψε πικρώς. Απ' την επόμενη μέρα , απ' όπου κι' αν πέρναγε , ακόμα και τα σχολιαρόπαιδα, της φώναζαν. Βαγγέλα Φως! προκαλώντας την να σηκώσει τα φουστάνια της. Οι πέτρες απ' τις τσέπες της έπεφταν βροχή. Και κάθε φορά τα δάκρυά της στο πεζούλι κυλούσαν σταλαματιές στην άσπιλη αγνότητα του ασβέστη. Κάποτε κοντοστάθηκα κοιτώντας την.
Δεν είμαι κακιά. Είπε. Η κακία είναι κουραστικό πράγμα. Σπαζοκεφαλιάζει για να βρει σχέδια να ζημιώσει τον άλονε. Και που κουβαλάω πέτρες στη τσέπη μου , είναι γιατί δεν έχω κόρη μου λεφτά. Αν είχα θα με καλούσανε στα τραπέζια τους με τεμενέδες. Θα με σέβονταν.
Βαγγέλα !Φως! της φώναξε ο περαστικός κύριος . Έχωσε το χέρι στη τσέπη. Οι πέτρες της είχαν τελειώσει.
(πίνακας του Van Gogh)


