...Υπήρξαν στιγμές πολλές τέτοιες. Που όλη η πόλη έμοιαζε να έχει θαφτεί κάτω από μεγατόνους ομοιόμορφης ησυχίας. Που έμοιαζε να έχει θάψει στα σαθρά από την θάλασσα θεμέλιά της κάθε σπιθαμή γης και σκέψης γόνιμης.
Έτσι συμβαίνει με τις πόλεις κάποιες φορές. Γίνονται πιο άγονες και από την έρημο. Στέρφες από απόφαση, αδυνατούν να γεννήσουν οτιδήποτε καινούργιο εκτός από χιλιοειπωμένες φράσεις για χιλιοειπωμένα αλλά ποτέ εκπληρωμένα όνειρα. Το συλλογικό όνειρο ποτέ δεν έχει γερά πόδια. Είναι υπαγορευμένο από ένα και μόνο αίσθημα που δεν έχει κι αυτό καμία σχέση με το όνειρο. Από τον φόβο. Όχι από την ελπίδα. Αν ο φόβος γεννά τέρατα, ένα από αυτά είναι η ησυχία του. Εκκωφαντική τρυπώνει σε κάθε δρόμο, κάθε σοκάκι, κάθε πεζούλα, σε κάθε φουσκοθαλασσιά και διαβρώνει τα πάντα στο πέρασμά της. Η ησυχία, αυτός ο ζόφος της απάθειας και της παραίτησης έρχεται στην πόλη μου συχνά τα τελευταία χρόνια. Ροκανίζει τις τελευταίες αντοχές μας. Ημών των ανθρώπων που μας μεγάλωσαν με την βεβαιότητα της βεβαιότητας για να ζήσουμε την μεγαλύτερη αβεβαιότητα των καιρών μας και να εγκλωβιστούμε σε αυτήν.
Φταίει η πόλη γι`αυτό; Η πόλη είναι παράγωγο αυτής της βεβαιότητας. Χτίστηκε πάνω στις θεμελιώδεις και αμετακίνητες απόψεις μας. Αυτές που φτιάχνουν τα θανατηφόρα αστικά αθροίσματα. Οι άνθρωποι ευθύνονται για την κατάντια της κτίσης. Κτίστες οι ίδιοι κάθε πόλης, υπεύθυνοι για το σχέδιο, για τις πλατείες της, για το δολοφονημένο πράσινο και το μολυσμένο γαλάζιο, για τις μαύρες εξατμίσεις και τα κατεστραμμένα πεζοδρόμια, για τα ξηλωμένα παγκάκια και τα σπασμένα δημόσια ποδήλατα. Οι κτίστες είναι αυτοί που ξηλώνουν πρώτοι από ένα περίεργο καταστροφικό αταβισμό που θέλει το κτίσιμο να διαρκεί ολημερίς και να αυτοαναιρείται ολονυκτίς.
Οι νύχτες είναι οι βάνδαλοι των ήσυχων κατοίκων καΙ οι μέρες των αλλόφρονων δημοτών. Ανάμεσά τους μετέωροι όσοι προσπαθούν να γίνουν πολίτες σε μια πόλη χωρίς αγορά, λες και θα μπορούσαν. Κάποιοι επιμένουν να αγορεύουν στο κενό στους μεγάλους περιπάτους τους στα περίχωρα της πόλης. Ανάμεσά τους κι εγώ. Αγορητής αγοραίος αλλά μακριά από την αγορά που δεν υπάρχει. Με κοινό τους σαν εμένα, ή περίπου σαν εμένα, κάπου αλλού θα περπατούν ή κάποιες άλλες ώρες και ποτέ δεν συναντιόμαστε. Περίεργο δεν είναι; Αυτοί που περισσότερο επιθυμούν την συνάντηση, δεν τα καταφέρνουν ποτέ στα ανταμώματα...


