Λογοτεχνικό Εργαστήρι

Μικρές ιστορίες (Του Χρήστου Φούκη)

Λένε πως πιθανόν η φυλλοξήρα που έπληξε την Σάμο ήδη απ’ τα χρόνια της ηγεμονίας και κατέστρεψε σχεδόν ολοκληρωτικά τον αμπελώνα του νησιού, έσπρωξε τον αγροτικό πληθυσμό σε αναζήτηση εναλλακτικής καλλιέργειας για τον άμεσο βιοπορισμό του.........

Τότε κυριάρχησε η καπνοκαλλιέργεια και ταυτόχρονα επεκτάθηκε στην επεξεργασία, μεταποίηση και εμπορία καπνικών προϊόντων.

Απ΄ τον παππού μου είχα ακούσει πως τα χρόνια εκείνα μέχρι βαμβάκι δοκιμάστηκε. Φύτεψε ο ίδιος εργάτης στου Μανταφούνη την "λάκα" έξω απ’ το Καρλόβασι. Εισαγόμενη η βαμβακοσπορά πιθανόν από Σάμιους Αιγυπτιώτες. Μάλιστα διατηρούσε σπόρο για χρόνια πολλά .Έτσι το γνώρισα το φυτό μικρός κι εγώ σε γλάστρα.

Σε μεγάλο καπνικό κέντρο εξελίχθηκε το Βαθύ, τα χρόνια πριν και μετά του μεσοπολέμου. Όλη η παραγωγή και επεξεργασία σε τοπικό επίπεδο. Στο Καρλόβασι αντίστοιχα κυριαρχούσε η βυρσοδεψία.

Πολλά και τα εργοστάσια της παραγωγής χειροποίητου τσιγάρου από ντόπιες επώνυμες βιοτεχνίες.

Εξαγώγιμο κυρίως προϊόν σε όλες τις αγορές του κόσμου, έφερε ευημερία μεγάλη στο νησί.

Οργασμός στο λιμάνι του Βαθιού, μαούνες, καΐκια, βαπόρια, αγωγιάτες, χαμάληδες...βοή.

Στα καπνεργοστάσια, πηγές της εποχής αναφέρουν έως και 2000 απασχολούμενες εργάτριες και αντίστοιχους εργάτες. Συνήθως χωριατοπούλες, υποσιτιζόμενες με ψωμί βδομάδας και χαμάδες, το δε μεροκάματο πολύωρο και πενιχρό. Θέριζε και η φυματίωση λόγω συνθηκών εργασίας τότε.

Κι απ’ το χωριό μου (Φούρνοι) δούλευαν αρκετές κοπέλες, λένε μαρτυρίες παλιές. Σαββατόβραδο ερχόταν στο χωριό για την " λάτρα " τους και Δευτέρα πρωί στο πόστο τους πάλι με ποδαρόδρομο.

Απ΄ το 1960 αρχίζει η παρακμή. Πρώτα κλείνουν και εγκαταλείπονται τα εργοστάσια και σιγά- σιγά τα επόμενα χρόνια φθίνει και χάνεται εντελώς η καλλιέργεια.

Στα παλιά καπνοχώραφα που συνήθως ήταν ταμπάνια, τα καλύτερα και πλέον γόνιμα αναζητούνται νέες καλλιέργειες. Επανακάμπτει και η αμπελουργία, το πλέον αναγνωρίσιμο προϊόν, ο στυλοβάτης της τοπικής οικονομίας. Φυτεύονται επίσης οπωρώνες, κηπευτικά, ελιές νέες ποικιλίες ιδίως η κορωνέικη που επικράτησε.

Ήταν δύσκολα τα καπνά, κόπος, μόχθος και χέρια πολλά απαιτούσαν. Νυχτοκάματα, μεροκάματα χωρίς διακοπή.

Νωρίς τον Μάρτη ετοιμάζονταν με φροντίδα οι φυταριές. Σε τόπους απάνεμους προσήλιους. Σκεπάζονταν με σπαρτιές πλεγμένες σε πλαίσια για το κρύο το βράδυ. Την ημέρα τις άνοιγαν στον ήλιο, αργότερα απλουστεύτηκε η διαδικασία με την χρήση νάυλου.

Δεν έμενε άσπαρτο τίποτα. Στα ποτιστικά οι αποδόσεις καλύτερες. Στα ξεροχώραφα συνήθως ημιορεινά μικρές οι παραγωγές. Κι όμως αυτόν τον ξερικό καπνό προτιμούσαν οι παππούδες για ιδιοκατανάλωση. Ήταν πιο σέρτικος και μυρωδάτος έλεγαν, κάτι θάξεραν. Τα " ούτσα " κράταγαν για τρίψιμο, τα τελευταία χέρια ψηλά στο φυτό. Σε ποσότητα που όριζε το μονοπώλιο με τα ρόζ τσιγαρόχαρτα.

Έτρεμε και η ψυχή τους μην τυχόν χτυπηθεί ο καπνός από μπασαρά- περονόσπορο και υποβαθμιστεί το προϊόν και δώστου ανεξέλεγκτα ραντίσματα με παραθείο- δηλητήριο που αρρώστησε κόσμο και κοσμάκη.

Λαχτάρα και μέχρι την πληρωμή. Μια φορά τον χρόνο μπαίναν χρήματα στα σπίτια, όσα τελικά περίσσευαν απ’ το δευτέρι του μπακάλη.

Ένας κόσμος ολάκερος στην λήθη...ξεχασμένος. Καλύβια, τσαρδάκια, κρεμανταλάδες και λιάστρες. Οργασμός, κίνηση, ζωντάνια μέχρι Σεπτέμβρη. Μετά κράτημα σπόρου απ’ τις ξεβλαστωμένες παπάρες, ξερίζωμα - κάψιμο καπνουλιών όπως όριζε το πρωτόκολλο. Αργότερα ακολουθούσε η συσκευασία σε δέματα από έμπειρους μαστόρους σε κασόνια με πρέσα. Στα δικά μας μόνο τον θείο Πανταζή θυμάμαι σβέλτος και έμπειρος ο καλύτερος!

Σαν όνειρο θυμάμαι την παράδοση που γίνονταν στους εμπόρους το Φθινόπωρο στην έξοδο του χωριού. Ημέρα κρίσεως φάνταζε!

Στην αλάνα, στου Χριστοφή την καρυδιά, λίγο πιο κάτω απ’ το λιοτρίβι έφταναν τα δέματα φορτωμένα σε άλογα γαϊδούρια και μουλάρια. Ιδρώτας αγωνίας ώσπου να πιστοποιηθεί ο ποιοτικός έλεγχος απ’ τον έμπορα.

Χρόνια δύσκολα, πέτρινα όπως τάπαν. Καθόλου διακριτική και η παρουσία των κομματαρχών. Και σ' αυτό είχαν λόγο.

Ιστορίες παλιές, ευτυχώς ξεχασμένες πια για το μικρό μας χωριό, μιλούσαν ακόμα και για χρέωση πετρελαίου στο κάψιμο της παραγωγής για δήθεν ακατάλληλο προϊόν χτυπημένο από περονόσπορο.

Η άκρα , η απόλυτη εξαθλίωση. Η φυγή στα ξένα μονόδρομος.

Βλέπεις η γλώσσα δεν ήταν εύκολο να συγκρατηθεί στα καφενεία σαν περίσσευε το δίκιο, σαν έπνιγε η απόγνωση και η παραπανίσια κούπα ρετσίνας έφερνε το ατόπημα στον λόγο. Οι " καλοθελητές "πάντα πρόθυμοι. Ντουμάνι κι ο καπνός για συμμόρφωση μα και η Μακρόνησος δεν έπεφτε μακριά!

Άργησε πολύ η εθνική συμφιλίωση, όλοι ζημιώσαν. Λόγος κι αυτός που αδειάσαν τα χωριά μας και τα νιάτα της Ελλάδας γιόμισαν τις φάμπρικες στα ξένα.

Στενομυαλιές πολιτικάντηδων. Τα πάλαι αρχοντόσπιτα γκρεμίζονται πρώτα. Το χωριό μου σχεδόν ερήμωσε.

Με προσοχή έσπρωξα την πόρτα στην "κάμαρα", στο εγκαταλειμμένο από χρόνια δίπατο καλύβι. Το παραθύρι της νοτιάς φάκα, μπορώ να δώ.

Σιγά-σιγά δρασκέλισα. Μισοσάπιο το πάτωμα και τα σανίδια του ταβανιού ξεχαρβαλωμένα κρέμονται.

Ερημιά χρόνων. Στην γωνιά στέκονται ακόμα οι δυό μεγάλες κόφες. Εκείνες που γέμιζαν "χέρες" καπνόφυλλα κάποτε, λοξοπήραν κι αυτές απ’ τα χρόνια.

Στον τοίχο απέναντι στο καρφί, αρμαθιά περασμένες στο σύρμα οι βελόνες σκουριασμένες. Ξεχωρίζει η μικρή η " δικιά μου" που μόλις χώραγε στην παιδική μασχάλη μου κι ένα κουρέλι παραδίπλα κρεμασμένο μου θυμίζει την παλιά χιλιομπαλωμένη ρόμπα της μάνας, με τα γεμάτα κόλα καπνού μανίκια...λες.

Πενήντα πέντε τουλάχιστον χρόνια πίσω. Είναι τώρα μα είμαι κεί, σαν τότε στην φωτογραφία στο μπελόνιασμα.

Όλα σημερινά, ο χρόνος σεβάστηκε, μέριασε.

Τα δάκτυλα, οι χούφτες κολλάνε πάλι από ιδρώτα όμως, ένταση συναισθημάτων.

Το δάκρυ πισογυρνά, δεν αρμόζει δεν πρέπει.

Μα η πικρίλα που έρχεται όλο και πιο έντονα στα σφιγμένα μου χείλη, λές νάναι του χλωρού καπνού;

©2026 Idyli. All Rights Reserved. Powered by New Age IT