Λογοτεχνικό Εργαστήρι

9 Δεκέμβρη....αφιερωμένο στην Άννα

Τριακόσια μέτρα περίπου ήταν η απόσταση από την δέση του Φουρνιώτικου ρέματος κάτω απ' το καλύβι του Κατσίκα, μέχρι το περβόλι με τα λεμονόδενδρα τις πορτοκαλιές, τις μανταρινιές στα " μοναστηριακά".

Κοντά στο καλά προφυλαγμένο με πανύψηλα κυπαρίσσια κτήμα με το διώροφο καλύβι του Χούχουλα. Ήταν ένα απ' τα κτήματα που δόθηκαν την δεκαετία του '50 σε ακτήμονες αγρότες του χωριού με κλήρο απ' τα Βακούφια, περιουσία του μοναστηριού του Προφήτη Ηλία μέσω τραπέζης. Πληρώθηκαν αδρά με δόσεις απ ' τους κατόχους τους σε ισοτιμία μεταλλικής δραχμής εκείνης της εποχής.

Με ορμή έφευγε το νερό από το ποτάμι στα πλάγια της δέσης προς το τσιμεντένιο νεραύλακκο.

Στην συνέχεια με πιο ήρεμη ροή έφτανε στον ανοιχτό καταπότη, πριν ξεχυθεί με φόρα στις πρασιές που έζωναν περιμετρικά τους κορμούς των δένδρων.

Σε αυτό το αυλάκι ταξίδεψε το πρώτο μου σκαρί και γώ περήφανος καραβομαραγκός και καπετάνιος συνάμα ένοιωθα.

Μέσα καλοκαιριού, μικρό σχολιαρόπαιδο ακόμα στις πρώτες τάξεις του δημοτικού.

Απ' την δέση και κάτω πρός Καρλόβασι είχε στερέψει πλέον το ποτάμι. Όλο το νερό συγκρατούνταν εκεί για τις ανάγκες άρδευσης των χωραφιών. Δεν πέρναγε στάλα νερό. Τοπίο θλιβερό, το ποτάμι νεκρό χωρίς κίνηση χωρίς ζωή χωρίς νερό.

Τα μούσκλια μεσ' την γλίτσα ξεραίνονταν πάνω στις κάτασπρες λείες ποταμίσιες πέτρες με μια έντονη μυρουδιά ψαροσαπίλας.

Στα όχθια πέρα δώθε καμιά καβουρότρυπα. Έψαχναν κι' αυτά λίγη υγρασία και δροσιά σκάβοντας το λαγούμι τους βαθιά μεσ' τον νοτισμένο πηλό.

Το πήρε το μάτι μου από μακριά. Το μισό εξείχε όρθιο απ' την αμμούδα. Έντονο χοντροκόκκινο χρώμα σε στρώσεις εναλλασσόμενες με μαύρες λεπτές λουρίδες. Σε πάχος αρκετό για σκάλισμα και συμπαγές.

Στα μάτια μου φάνταζε δώρο ανέλπιστο. Το καλύτερο ίσως κομμάτι πίτκα που μούλαχε ποτέ, στις αμέτρητες βόλτες μου πάνω- κάτω στην ποταμιά ψάχνοντας από άνοιξη μέχρι φθινόπωρο κάθε φορά που επισκεπτόμασταν το κτήμα στο ρέμα.

Φρεσκοπελεκημένος σχετικά έδειχνε. Ποιός ξέρει από πόσο ψηλά στον Καρβούνη ξεκίνησε το ταξίδι του παρασυρμένος απ' το νερό, αφότου με μια τσεκουριά βίαια θα αποσπάστηκε από τον κορμό κάποιου υλοτομημένου πεύκου πολύ πριν καταλήξει στα χέρια μου.

Τα δυό καλύτερα κτήματά μας είχαν σύνορο το ρέμα. Ευχή και κατάρα μαζί. Έτσι λέγαν τότε.

Στο ένα το ποτάμι έφερνε προσχώσεις, ανανεώνοντας το χώμα. Στο άλλο δυό πλημμύρες με κατεβασιά το είχαν αφήσει μισό τα τελευταία χρόνια και έκτοτε, "βδύσματα" λέγονταν η περιοχή.

Μιας παλιάς ελιάς αντιστάθηκαν οι ρίζες της στην ορμή του νερού. Πλάγιασε όμως και ο βαρύς κορμός της οριζοντιώθηκε πάνω απ' το ρέμα. Με τα χρόνια τα νέα της κλαδιά γύρισαν πάλι προς τον ουρανό αναζητώντας τον ήλιο. Πάσχιζε απεγνωσμένα να κρατηθεί στην ζωή.

Το κατσούνι δούλευε ασταμάτητα και με ζήλο στα χέρια μου.

Πρώτα το περίγραμμα της σκάφης μετά το κούφωμα της γάστρας πάνω στον πίτκα. Μυτερή και ανασηκωμένη σκαλίστηκε η πλώρη. Στην μέση το καλάμι- κατάρτι μπηγμένο σταθερά. Τα πράσινα φύλλα της πικροδάφνης περασμένα στο βούρλο κι' ο φλόκος έτοιμος να τον αρπάξει ο μαΐστρος.

Ένα μικρό βότσαλο για σαβούρα έφερε το ποθητό ζύγισμα και ευστάθεια.

Το μπαρκάρισα αμέσως το βαρκάκι με χαρά και ενθουσιασμό!

Στην αρχή στροβιλίστηκε λίγο άτσαλα, κάνα δυό γυροβολιές μα γοργά πήρε την ρότα του μεσ' το αυλάκι, τραμουντάνα λες το άρπαξε!

Αγώνα δρόμου και γώ στο μονοπάτι παράλληλα του αυλακιού. Έπρεπε να το περιμένω στο χωράφι, να το προλάβω πριν τ' αρπάξει ο μικρός χείμαρρος που κατέβαινε από ύψος με ορμή στο χωράφι και το τσακίσει.

Δυό- τρία ταξίδια έκαμε με επιτυχία η βαρκούλα μου. Τόση ώρα χρειάστηκε ο πατέρας να ποτίσει το περβόλι. Στο τελευταίο όμως μάταια περίμενα την άφιξή της. Ανήσυχος για βοήθεια στον πατέρα μου στράφηκα στην αναζήτηση, μην σκάλωσε πουθενά στην διαδρομή.

Ψάξαμε πάνω- κάτω, μάταιος ο κόπος, πήρε και να βραδιάσει.

Με πήρε στα γόνατα για παρηγοριά ο μπαρμπα - Γιάννης και μου εξήγησε σοβαρά και πειστικά ότι όλα τα πλεούμενα ταξιδεύουν παντού όπου υπάρχει νερό.

Μπορεί και η βαρκούλα μου νάταν τυχερή και να πήρε μεγάλη πορεία, άγνωστη και μακρινή παρασυρμένη απ’ το νερό του αυλακιού.

Με τα πολλά πείστηκα, χαρμολυπημένα ανέβηκα στα καπούλια της γαϊδάρας κι' επιστρέψαμε σούρουπο, αργά στο χωριό.

Ε..λοιπόν είχε δίκιο ο πατέρας!

Το βράδυ σαν με συντρόφευσε ο Μορφέας, είδα την βαρκούλα μου να ταξιδεύει σε μέρη μακρινά, άγνωστα κι' εξωτικά. Πολύ πιο πέρα απ' τον μεγάλο μόλο του φάρου στο λιμάνι.

Τόσο μακρινά που μόνο ο νούς με κλειστά μάτια μπορεί να φτάσει!

Υπόσχεση της έδωσα κείνο το βράδυ, πως σαν μεγαλώσω μια μέρα με καράβι τρανό θα την ψάξω, και θα ανταμωθούμε πάλι καταμεσής του πέλαγου.

©2026 Idyli. All Rights Reserved. Powered by New Age IT