Όταν σταμάτησαν να ουρλιάζουν τα τσακάλια και άρχισαν να κελαηδούν τ’ αηδόνια, αγουροξυπνημένος ο Γιάννος, δεν είχε δύναμη να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι.
Το κεφάλι του, ήταν «σαν καζάνι», απ’ το χθεσινοβραδινό μεθύσι που ’χε κάνει με τη παρέα του. Έπρεπε όμως να σηκωθεί, να πάει για δουλειά. Ήταν ο μοναδικός άντρας μέσα στο σπίτι κι έπρεπε να δουλέψει, για να ζήσει αυτός μαζί με τη γριά μάνα του.Ο πατέρας του, ο Νικόλας, δεν είχε μεγάλη περιουσία. Φτωχός βιοπαλαιστής ήταν, μα πολύ θρήσκος άνθρωπος. Καθημερινά πού τον έχανες, πού τον εύρισκες, χωμένο στα εκκλησιαστικά. Είχε δε και μια στεντόρεια μελωδική φωνή, που, όταν έψελνε, χαιρόσουν να τον ακούς.
Όταν ο Γιάννος ήταν 4 χρονών, ο πατέρας του, έφυγε απ’ το σπίτι, λέγοντας στη γυναίκα του, την Πλουμιστή, ότι , θα ξενιτευτεί για λίγο, να φέρει λεφτά, για να ζήσουν καλύτερα.
Μετά το φευγιό του, όμως, δεν έδωσε σημεία ζωής. Τα ίχνη του χάθηκαν. Πολλοί έλεγαν στο χωριό, ότι μάλλον απ’ την πολλή αγιαστούρα του ’στριψε, του σάλεψε και πήγε σε μοναστήρι κι έγινε καλόγερος .
Η Πλουμιστή, η μάνα του Γιάννου, ήταν μια γεροδεμένη γυναίκα, αντρογυναίκα. Με το φευγιό του άντρα της , αφού δεν είχε κανένα μαντάτο του, δεν το ’βαλε κάτω. Για να ζήσει η ίδια και να μεγαλώσει το μοναχογιό της, ανασκουμπώθηκε στη δουλειά.
Δεν άφηνε μεροκάματο να πάει χαμένο και όλοι την προτιμούσαν, γιατί δούλευε περισσότερο κι από άντρας.
***
Κείνο το πρωί ο Γιάννος, ήξερε ότι δεν μπορούσε να κάμει αλλιώς. Έπρεπε να σηκωθεί. Είχε γίνει ολόκληρος άντρας πια! Είχε κλεισμένα τα 25 του χρόνια κι η δουλειά τον περίμενε.
Με μια απότομη κίνηση, αποτίναξε τα στρωσίδια από πάνω του και σηκώθηκε. Με το σήκωμά του, φάνταξε ένας άντρας θεόρατος. Το μπόι του έφτανε τα δυο μέτρα. Οι πλάτες του ήταν σαν δυο βουνά, τα χέρια του μακριά και τα μπράτσα του σαν κλωνάρια δέντρου. Οι παλάμες του, έμοιαζαν με φτυάρια και οι πατούσες του με βάρκες. Το πρόσωπό του, επίσης, ήταν πραγματικά τεράστιο, με τα ζυγωματικά του, σαν δυο μικρά πεπόνια και τη μύτη του μεγάλη, φαρδιά και πλατσικωτή. Η άνω και κάτω γνάθες του με τις οδοντοστοιχίες τους, φάνταζαν σαν δαγκανοπαγίδες άγριων ζώων. Το στόμα του επίσης, ήταν τόσο φαρδύ και τεράστιο. Που, για να γεμίσει, ήθελε μια κατσαρόλα φαγητό. Τα χείλια του, διπλόφαρδα κι αυτά, τα σκέπαζε σχεδόν ένα τεράστιο μαύρο μουστάκι, που διακοσμούσε σχεδόν το σύνολο του προσώπου του.
Σωστός κύκλωπας, με τη μόνη διαφορά ότι αυτός είχε δυο μάτια κι όχι ένα, όπως ο Πολύφημος!
Τεντώθηκε, τανύστηκε, χασμουρήθηκε μ’ ένα ελαφρό γρύλλισμα και προχώρησε προς το νεροχύτη να πλυθεί και να βρέξει το μεγάλο του κεφάλι, για να του φύγει ο πονοκέφαλος.
Γύρισε, πήρε μια τεράστια πουκαμίσα, σκέπασε το γυμνό κορμί του και τη μεγάλη σωβράκα του την κάλυψε με μια φαρδιά πανταλόνα. Φόρεσε τα τεράστια άρβυλά του και ήταν έτοιμος, να φύγει για τη δουλειά.
Πάντα, όμως, συνήθιζε να τρώει πρωινό, πριν φύγει.
Με την κυκλώπεια, χοντρή, βαριά φωνή του, φώναξε στη μάνα του:
- Μάνα, τι έχει να μαρχαλίσω; { έτσι έλεγε, όταν ήθελε να πει να φάω, γι’ αυτό και τον έλεγαν «Μαρχάλα»}.
Το μαρχάλιασμα, όμως του Γιάννου, δεν ήταν ένα απλό φαγητό στο πιάτο. Ήταν μια τεράστια γαβάθα, ολόγεμη. Η μάνα του, η Πλουμιστή, πάντα φρόντιζε για το μαρχάλιασμα του μοναχογιού της και ποτέ δεν τον άφηνε νηστικό.
Ο Γιάννος,, έκατσε στο τραπέζι, άδειασε όλη τη γαβάθα με το φαγητό που του ‘βαλε η μάνα του και τη σκούπισε καλά καλά και με ψωμί.
Αφού τελείωσε, σηκώθηκε απ’ το τραπέζι, πήρε το τεράστιο σκιάδι του και βγήκε απ’ το σπίτι.
***
Έξω απ’ την αυλή, πήρε ένα τεράστιο στειλιάρι, τ’ ακούμπησε στον ώμο του και άρχισε να ανεβαίνει προς το πάνω μέρος του χωριού. Περπατώντας μέσα στα στενά σοκάκια του, φάνταζε στο πρωινό ξημέρωμα, σαν τον ημίθεο Ηρακλή, που, με το ρόπαλό του, λες και πήγαινε να κάνει ένα νέο άθλο. Έφτασε έξω απ’ το σπίτι του Χρήστου του Μανολακάκη.
Όλα ήταν ήσυχα, δεν είδε καμιά κίνηση και μονολόγησε:
- Άντε, άντε! Αυτόν τον πήρε ο ύπνος φαίνεται!
Χωρίς χασομέρι, έμπηξε μια δυνατή φωνή:
- Άντε, μωρέ Χρήστο! Ξύπνα! Θα μας πάρει μεσημέρι!
Η πόρτα από το σπίτι του Μανολακάκη άνοιξε και εμφανίστηκε η Φωτεινή, η γυναίκα του, αποπαίρνοντάς τον.
- Ξυπνοί ήμαστε, μωρέ Γιάννο! Τι σκούζεις ; Περίμενε λίγο, όπου να ναι θα φανεί κι ο Χρήστος. Έχει πάει στο ντάμι, να φέρει τον Ηρακλή.
Ηρακλή, έλεγε ο Χρήστος ο Μανολακάκης, το μεγαλόσωμο, ουγγαρέζικο, μαύρο μουλάρι του, «το εργαλείο του», όπως έλεγε, για τα δύσκολα και βαριά αγώγια που έκανε μ’ αυτό.
Τελικά, ο Χρήστος, ο Γιάννος ο Μαρχάλας και άλλοι δυο εργάτες, ‘κείνο το πρωινό, ξεκίνησαν απ’ το χωριό τους για το βουνό.
Αυτή τη μέρα, η δουλειά τους θα ήταν πολύ δύσκολη και επικίνδυνη: Θα έζευαν τον Ηρακλή, να σύρει τεράστιους κορμούς δέντρων για να τους μεταφέρουν μέσα από ένα δύσβατο μονοπάτι, στο «λαιμό» της Τσούκας. Από εκεί, θα τους έριχναν μέσα στο σύρτη, που άρχιζε απ’ την κορυφογραμμή του βουνού και τελείωνε κάτω στο μεγάλο ρέμα.
Το κακό , σ’ αυτό το μονοπάτι ήταν, ότι θα έπρεπε να περάσουν από ένα δύσκολο πέρασμα, τις «Μουρτζές».
Αυτό το πέρασμα δεν ξεπερνούσε τα πενήντα μέτρα, μα ήταν τόσο επικίνδυνο, που σε περίπτωση που δεν πρόσεχες και γκρεμιζόσουνα σ’ αυτό, δεν υπήρχε τρόπος να βρεθείς ποτέ!
Φόρεσαν το κολάρο στο λαιμό του Ηρακλή, πέρασαν δεξιά κι αριστερά απ’ αυτό τις αλυσίδες σε διπλή σειρά και τοποθέτησαν αποστατικά μεταξύ των αλυσίδων, για να γίνεται ισοκατανομή στο βάρος του κορμού. Ύστερα, άρχισαν να κάνουν τις ζεύξεις καρφώνοντας ειδικές σφήνες στον κάθε κορμό που θα μετέφεραν και συνέδεαν μέσα σ’ αυτές τις αλυσίδες με ειδικούς πίρους .
Μπροστά, οδηγός ο Χρήστος, καθοδηγούσε τον Ηρακλή και απ’ τα πλάγια ο Γιάννος ο Μαρχάλας, με το μεγάλο και χοντρό στειλιάρι και οι άλλοι δυο εργάτες, έβαζαν αγάντα στον κορμό, παίρνοντας ένα μέρος απ’ το βάρος του, ανακουφίζοντας έτσι τον Ηρακλή, στο σύρσιμο, από την τριβή που έκανε ο κορμός στο χώμα. Μ’ αυτόν τον τρόπο, επίσης, κρατούσαν σε ισορροπία τον κορμό, για να μην κατρακυλήσει . Όλα πήγαιναν καλά , μέχρι το μεσημεράκι, είχαν μεταφέρει ένα σημαντικό αριθμό κορμών. Σταμάτησαν για φαγητό και συνέχισαν μετά απ’ αυτό τη δουλειά, με την ίδια ένταση.
Έμειναν ακόμα 2 κορμοί για μεταφορά.
- Ε, Χρήστο! Αυτός εδώ ο κορμός είναι τεράστιος! Και θέλει προσοχή ακούστηκε η φωνή του Γιάννου του Μαρχάλα, να λέει:
Ο Χρήστος πλησίασε, έριξε μια ματιά και είπε στο Γιάννο:
- Σιγά, μωρέ Γιάννο! Αυτός για τον Ηρακλή μου είναι παιχνίδι!. Έκαναν ζεύξη στο μεγάλο κορμό και ξεκίνησαν. Όλα πήγαιναν καλά, έφτασαν στο πέρασμα «Μουρτζές», μπήκαν σιγά σιγά μέσα σ’ αυτό, μα στα μισά του περάσματος, το βάρος του κορμού, σαν μεγαλύτερο απ’ τους προηγούμενους, άρχισε να πιέζει το χώμα στις άκρες του μονοπατιού περισσότερο και αυτό με τη σειρά του να υποχωρεί.
Το είδαν αυτό, ο Χρήστος, ο Γιάννος και οι άλλοι δυο εργάτες. Προσπάθησαν να εντείνουν το πέρασμά τους απ’ το πέρασμα, πιέζοντας και τον Ηρακλή, μα το κακό δεν άργησε να γίνει.
Λίγο πριν απ’ το τέλος του στενού περάσματος, ο κορμός πήρε μια κλίση και πήγε να βγει έξω απ’ το μονοπάτι. Ο τελευταίος εργάτης που ήταν εκεί, προσπάθησε, βάζοντας το στειλιάρι του, να τον συγκρατήσει, μα μάταιος κόπος! Το στειλιάρι με το βάρος του κορμού έσπασε και ο κορμός άρχισε σιγά σιγά να γέρνει, προς την απότομη πλαγιά.
Οι δυο εργάτες, βλέποντας τον κίνδυνο, σταμάτησαν κάθε προσπάθεια και δρασκέλισαν το κορμό για να μη τους παρασύρει στον γκρεμό.
Ο Γιάννος προσπάθησε μόνος του, βάζοντας αγάντα με το τεράστιο στειλιάρι του, να συγκρατήσει τον κορμό, αλλά δεν τα κατάφερε.
Ο κορμός είχε βγει τελείως πια έξω απ’ το μονοπάτι και άρχιζε με το βάρος του να παρασύρει και τον Ηρακλή.
Αυτός, με δυνατά φουρμάγματα, προσπαθούσε με απεγνωσμένες προσπάθειες να βρει στέρεο έδαφος και να συγκρατηθεί. Τα πισινά του πόδια είχαν βγει έξω απ’ το μονοπάτι και ήταν πλέον ζήτημα λεπτού να χαθούν κορμός και Ηρακλής μαζί, στο μεγάλο γκρεμό.
Ο Χρήστος ο Μανολακάκης έμπηξε μια κραυγή:
- Παναγιά μου, το ζωντανό μου! Το χάνω!
Ο Γιάννος, βλέποντας όλα αυτά κι ακούγοντας την απελπισμένη φωνή του Χρήστου, με ένα απότομο ρεσάλτο, βρέθηκε μπροστά στον Ηρακλή. Άρπαξε τα γκέμια του και το κολάρο με τις τεράστιες χερούκλες του, στύλωσε τα δυο πόδια του με τις τεράστιες σαν βάρκες πατούσες του καταγής και βγάζοντας μια τεράστια κραυγή, συγκράτησε με την ηράκλεια υπερφυσική του δύναμη τον Ηρακλή, μαζί με τον κορμό, που αιωρούνταν στο γκρεμό και ήταν ζήτημα χρόνου να πέσουν μέσα σ’ αυτόν!
Ύστερα, άρχισε να φωνάζει.
- Γρήγορα! Ελευθερώστε τους πίρους, να φύγει ο κορμός! Έτρεξε ο Χρήστος, ελευθέρωσε τους πίρους και ο κορμός άρχισε να γκρεμοτσακίζεται με μια τεράστια βοή, παρασύροντας στο διάβα του, όποια πέτρα και μικρό δέντρο έβρισκε μπροστά του. Ο Ηρακλής, ελαφρωμένος απ’ το φορτίο του και συγκρατούμενος απ’ τον άλλο Ηρακλή, το Γιάννο το Μαρχάλα, βρήκε την ισορροπία του και στάθηκε στα πόδια του.
Ο Μαρχάλας , κατάκοπος οδήγησε τον Ηρακλή έξω από το κακό πέρασμα, δίπλα σ’ ένα πλάτωμα κι έκατσε σε μια πέτρα. Οι μυς του, απ’ την υπερβολική δύναμη που είχε βάλει, άρχισαν να συσπώνται και δεν μπορούσε να τους συγκρατήσει. Προσπαθούσε να ηρεμήσει και να αποδιώξει απ’ το μυαλό του όλο το σκηνικό του επεισοδίου.
Πάνω στο χαλάρωμά του και ενώ είχε ξεχαστεί, ένιωσε ξαφνικά κάτι να τον σκουντάει στην πλάτη. Πριν προλάβει να δει τι είναι, ένιωσε μια ανάσα, άκουσε ένα δυνατό φούρμαγμα και μια ζεστή γλώσσα να του γλείφει το πρόσωπο. Ήταν ο Ηρακλής, που έτσι, εκδήλωνε τις ευχαριστίες του στο Γιάννο το Μαρχάλα, που τον έσωσε.
Οι άλλοι δυο εργάτες, ωχροί δεν έβγαζαν λέξη.
Ο Χρήστος, ανήμπορος να μιλήσει και με τα πόδια του που έτρεμαν, ξάπλωσε καταγής ανάσκελα κοιτώντας τον ουρανό .
Πέρασε αρκετή ώρα. Ο Χρήστος άρχισε να συνειδητοποιεί ότι το ζωντανό του σώθηκε, η λαλιά του επανήρθε, σηκώθηκε κι έτρεξε προς την μεριά του Γιάννου του Μαρχάλα. Άρπαξε τα χέρια του και άρχισε να τα φιλάει λέγοντας:
- Γιάννο μου, σωτήρα μου, σ’ ευχαριστώ! Μετά απ’ αυτό το επεισόδιο, δεν είχαν κουράγιο να μεταφέρουν και τον τελευταίο κορμό. Τον παράτησαν κι έφυγαν.
Σε λίγο όλο το χωριό βούιξε για το κατόρθωμα του Γιάννου του Μαρχάλα.
- Τα μάθατε, τα μάθατε, ο γίγαντας, ο Γιάννος ο Μαρχάλας, συγκράτησε στον γκρεμό στις Μουρτζές τον Ηρακλή του Μανολακάκη και τον έσωσε
***
Πέρασαν μερικά χρόνια, όλα πήγαιναν μια χαρά, μα του Γιάννου του Μαρχάλα, κάτι του ’λειπε.
Χωρίς να το θέλει πολλές φορές, όταν καθόταν στον καφενέ πίνοντας το καφεδάκι του, ή το ούζο του, έδειχνε σκεπτικός και περίλυπος. Όλοι το έβλεπαν αυτό, μα δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι του συνέβαινε.
Ο μόνος που το κατάλαβε ήταν ο γερο - Διαμαντής, «το παιδί», όπως τον έλεγαν, – γιατί ήταν γεροντοπαλίκαρο – και έλεγε:
- Δεν το βλέπετε, μωρέ! Γυναίκα του λείπει τ’ ανθρώπου και μαραζώνει! Τα ‘χω περάσει κι εγώ αυτά και τα ξέρω!
Μα πού να βρεθεί γυναίκα για το Γιάννο το Μαρχάλα! Όχι γιατί δεν ήταν καλός. Καλό και άξιο παλικάρι ήταν, μα η υπερφυσικότητά του φόβιζε τις κοπελιές.
Η Πλουμιστή, η μάνα του, όμως, προσπαθούσε, όσο μπορούσε, να τον παντρέψει, στέλνοντας προξενιά παντού και η νύφη δεν άργησε να βρεθεί.
Σ’ ένα χωριό, δυο ώρες δρόμο απ’ το χωριό του Γιάννου, ζούσε η οικογένεια του Σταμάτη του Λοβέρδου.
Αυτός είχε επτά κόρες κι όλες της παντρειάς.
Μέσα στις εφτά, η Αρετή ήταν η μεγαλύτερη, κοντά στα τριάντα. Δυσκολευόταν όμως ο κακομοίρης ο Σταμάτης να την παντρέψει, όχι γιατί δεν ήταν όμορφη, αλλά γιατί ήταν λίγο χαριτοβλαμμένη. Δηλαδή , έχανε σαν να λέμε μια Παρασκευή. Το προξενιό τελείωσε και ο Γιάννος ο Μαρχάλας παντρεύτηκε την Αρετή. Έκανε μαζί της δυο παιδιά, το Νικήτα και τη Σταυρούλα και ξανα - βρήκε το κέφι του.
***
- Κουβαρίστρες, τσιμπιδάκια, ψιλικά λογιών -λογιών. Έχω σεντόνια, κουβέρτες, μισοφόρια και τα πάντα για τα κρυφά σας. Έχω αρώματα, τα πάντα για την προίκα των κοριτσιών σας...
Έτσι διαλαλούσε, κάθε μήνα, ο γυρολόγος πραματευτής , το κουτσαβάκι ο Νώντας, με το ψιλό μουστακάκι, το μαύρο καβουράκι, το στενό παντελόνι και τα μυτερά παπούτσια, όταν ερχόταν στο χωριό με την πραμάτεια του φορτωμένη σε δυο βιτρίνες, πάνω σ’ ένα μουλάρι.
Κι έτρεχαν όλες οι κοπελιές και οι κυράδες, γριές και νιες, να ψωνίσουν, να ντυθούν και να πάρουν αρώματα και καλλυντικά, για να γίνουν όμορφες.
Ο Νώντας, το κουτσαβάκι με το ψιλό μουστακάκι,το μαύρο καβουράκι, το στενό παντελόνι και τα μυτερά παπούτσια, πέρα από έμπορας, το ’παιζε και γκομενιάρης. Δεν άφηνε θηλυκιά γάτα, που να μην της χωθεί.
Προσπαθούσε με διάφορα τεχνάσματα, προσφέροντας, εκτός απ’ τα ωραία λόγια και κανένα μικρό δωράκι, μπας και ξεμοναχιάσει καμιά κυρά.
Δεν άργησε να το καταφέρει. Η χαριτοβλαμμένη Αρετή τσίμπησε, άρχισε να χαριεντίζεται μαζί του, έπαιρνε τα δωράκια της και σταμάτησε να είναι ενάρετη. Κάθε φορά που ερχόταν ο Νώντας, το κουτσαβάκι με το ψιλό μουστάκι, το μαύρο καβουράκι, το στενό παντελόνι και τα μυτερά παπούτσια, στο φευγιό του, τρυγούσε απ’ το μέλι που τρυγούσε και ο Γιάννος, της μη ενάρετης Αρετής, μέσα στους αγρούς.
Το ειδύλλιο φούντωσε και μια μέρα, η μη ενάρετη Αρετή, έφυγε μαζί με το Νώντα. Ο Γιάννος, στην αρχή, έπεσε σε μαρασμό. Το φυσούσε και δεν κρύωνε για το χουνέρι που του ’κανε ο γυναίκα του.
Το ξεπέρασε όμως γρήγορα και αφοσιώθηκε στη δουλειά και στο μεγάλωμα των παιδιών του.
Τον γιο του το Νικήτα, που αγαπούσε τα γράμματα, τον σπούδασε γιατρό και την κόρη του, τη Σταυρούλα, την πάντρεψε μ’ ένα καλό παλικάρι απ’ το χωριό, παππούς αυτός πια, χαιρόταν με τα παιδιά και τα εγγόνια του.
Πέρασαν πολλά χρόνια κι ένα μεσημέρι, ενός καλοκαιριάτικου μήνα, εμφανίστηκε στο χωριό, μια γριά κουρελιασμένη. Άρχισε να γυρίζει μέσα στα στενά σοκάκια και να κοιτάζει πότε εδώ και πότε εκεί λες και κάτι να αναζητούσε. Τελικά πήγε στο κέντρο του χωριού κι έκατσε, σ’ ένα πεζούλι της εκκλησίας.
Όσοι περνούσαν, γύριζαν, την κοιτούσαν, την προσπερνούσαν και μονολογούσαν:
- Καινούρια ζητιάνα μας ήρθε.
Το απόγευμα δεν άργησε, σήμανε ο παπάς για τον εσπερινό, ο ήλιος θα βασίλευε, μα η γριά ζητιάνα στην ίδια θέση, στο πεζούλι της εκκλησίας να κοιτάζει ακόμα δεξιά κι αριστερά.
Από μακριά , στο δρόμο που περνούσε μπροστά απ’ την εκκλησία, εμφανίστηκε ο Γιάννος ο Μαρχάλας .
Έφτασε κοντά στο πεζούλι, γύρισε μηχανικά και κοίταξε τη γριά ζητιάνα. Με το που την αντίκρισε, κόπηκε η ανάσα του και άρχισαν να τρέμουν τα πόδια του. Ένας τεράστιος θυμός τον κυρίευσε, του ήρθε να χιμήξει κατά πάνω της,, μα συγκρατήθηκε.
Γύρισε το κεφάλι του, απ ‘την άλλη μεριά , την προσπέρασε, έφτυσε με δύναμη καταγής και συνέχισε το δρόμο για το σπίτι του, να παίξει με τα εγγονάκια του και ειδικά με το μικρό Γιάννο, που ήταν ίδιος αυτός.


